Ex – Yugoslavia: χτίζοντας γέφυρες και γκρεμίζοντας τείχη


Ημέρα 14η: Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014, Zagreb – Banja Luka (260,5 km)

Βάλτο όταν βρέχει να τ’ ακούς

Σηκώθηκα από το κρεβάτι στις 07:00 και μετά από λίγα λεπτά, βρίσκομαι στην κουζίνα του ξενώνα. Έξω κάνει ψύχρα και βρέχει. Θα φτιάξω ένα ζεστό καφεδάκι λοιπόν κι ένα παγωμένο για τον δρόμο. Εκεί γνωρίζω το κοπέλι που δεν έκανε άλλη δουλειά χθες, εκτός από το να ασχολείται με το κινητό του. Είναι από τις Φιλιππίνες και ζει στην Αγγλία. Φαίνεται καλό κοπέλι και ομιλητικό, ενώ χθες μου φάνηκε στριφνό και αποξενωμένο. Μάλλον πρέπει να μιλούσε με κανένα γκομενάκι στα social media…

Βλέπω στο ιντερνετοκινητό, ότι τις επόμενες ημέρες θα έχω έναν καιρό που θα με γ@μάει χωρίς σάλιο, καθημερινά. Το μόνο σχέδιο που βλέπω στις προβλέψεις, είναι ένα μαύρο συννεφάκι, μ’ ένα κίτρινο “Z”. Xαιρετώ τον Τιν και στις 08:30 βρίσκομαι πάνω στη μοτοσυκλέτα μου. Εκεί πάνω λοιπόν, τα κάνω όλα delete. Και τις προβλέψεις και τον καιρό τον ίδιο! Δεπαναγά λέω ‘γω! Θα βάλω αδιάβροχα και θα οδηγήσω. Είναι μια αίσθηση που τη γουστάρω τρελά…

Βάζω στη μ@λ@κία να με βγάλει από την τεράστια πόλη του Zagreb, κι από ‘κει και πέρα, αξά μου (που λένε και στην Κρήτη). Ακολουθώ ντουγρού τον επαρχιακό 30, ο οποίος τελειώνει στα σύνορα Κροατίας και Βοσνίας – Ερζεγοβίνης.

Ο δρόμος είναι αδιάφορος και το βρεγμένο οδόστρωμα ιδιαίτερα γλιστερό. Αυτό έχει ως συνέπεια να είμαι ιδιαίτερα σφιχτός κατά την οδήγηση. Το μόνο που μου αποσπά το ενδιαφέρον είναι τα μικρά γραφικά χωριουδάκια, τα οποία δυστυχώς, δεν μπορώ να τα χαζέψω με ανέμελη ματιά. Περιττό να αναφέρω πως βρέχει καταρρακτωδώς.

Η βροχή σταματάει κάποια στιγμή και δράττομαι της ευκαιρίας για μια μικρή στάση. Κάπου στη μέση του πουθενά, αράζω στη στάση ενός λεωφορείου για μερικές δόσεις καφεΐνης και νικοτίνης.


Μετά από ελάχιστα λεπτά κι ενώ είμαι έτοιμος να φύγω, αρχίζει να βρέχει της πουτ@ν@ς. Δεν πειράζει, θ’ αφήσω τη βροχή να με ταπεινώσει αλλά όχι και να με νικήσει.

Τα χιλιόμετρα κυλάνε απελπιστικά αργά. Δυνατή βροχή και κάκιστο οδόστρωμα θα με κάνουν να κινούμαι αργά και χωρίς στάσεις. Λίγο πριν το Hrvatska Kostajnica, δεν ξέρω πώς και γιατί, εκεί που κινούμαι κανονικά στον δρόμο, βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω, μέσα σ’ ένα βενζινάδικο! Ή το βενζινάδικο είναι στη μέση του δρόμου ή εγώ έχω χάσει την μπάλα, με τη βροχή να μ’ έχει κερδίσει κατά κράτος…

Στρίβω δεξιά και ακολουθώ τον 47, κινούμενος νότια προς Dvor. Ο καιρός δημιουργεί ένα βιβλικό σκηνικό, το οποίο με συναρπάζει και με εξιτάρει. Γιατί, θα με ρωτήσεις εύλογα…

Κινούμαι κατά μήκος του ποταμού Una, το φυσικό σύνορο σε πολλά σημεία της Κροατίας με την Βοσνία – Ερζεγοβίνη. Οι δυο όχθες ανάμεσα στον ποταμό, απέχουν λίγα μέτρα. Κι όμως, στις δυο όχθες βρίσκονται δυο διαφορετικές χώρες. Υπάρχουν κατοικήσιμα σπίτια και στις δυο. Είναι τόσο κοντά, όπου οι κάτοικοι των σπιτιών, μπορούν να μιλήσουν με τους απέναντι, χωρίς να φωνάζουν. Και στην απέναντι όχθη, μπορείς να πας ακόμα και κολυμπώντας!

Τονίζω πως στη μεριά που οδηγώ είναι η Κροατία και από την απέναντι η Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης. Κροάτες και Σέρβοι, δηλαδή. Φαντάζομαι σ’ αυτήν την περιοχή, θα λένε μια καλημέρα μεταξύ τους ή να επισκέπτονται ο ένας τον άλλον. Πριν από είκοσι περίπου χρόνια, αυτό το σημείο ανήκε σε μια χώρα. Πλέον χωρίζει δυο…

Πρωτόγνωρο θέαμα αλλά και συναίσθημα, το οποίο μου προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα. Από τη μια μελαγχολία κι από την άλλη αισιοδοξία. “Θέλει ψυχή και γνώση”, όπως λέει ο μεγάλος Έλληνας ταξιδευτής Κωνσταντίνος Μητσάκης…

Η βρόχα εξακολουθεί να πίπτει ράιτ θρου, αλλά αυτό που με χαλάει είναι ότι δεν μπορώ να παρκάρω κάπου χωρίς να εμποδίζω την κίνηση, για να τραβήξω μερικές φωτογραφίες. Πραγματικά θέλω να φωτογραφίσω έστω ένα σημείο αυτής της περιοχής, αλλά με τις υπάρχουσες συνθήκες, φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο. Σπάζομαι είναι η αλήθεια. Όμως αυτές τις εικόνες τις κατέγραψα στο σκληρό δίσκο του μυαλού μου, ο οποίος δεν θα τις πετάξει στον κάδο ανακύκλωσης, όσα χρόνια κι αν περάσουν…

Κατά μήκος του 47, συνάντησα δυο μπλόκα της τροχαίας και μετά από κάμποση ώρα βρίσκομαι στο Dvor, όπου οι Κροάτες τελωνειακοί τσεκάρουν το διαβατήριο μου. Μια γέφυρα ενώνει σ’ αυτό το σημείο τις δυο χώρες, την οποία διασχίζω και στο τέλος της υφίσταμαι έναν έλεγχο από τους τελωνειακούς της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης. Μου ζητάνε το διαβατήριο και την πράσινη κάρτα. Εκεί βρίσκονται δυο ένστολοι, όπου ο ένας βρίσκεται μέσα στο γκισέ και ο άλλος έξω, όπου ελέγχει τους διερχόμενους.

Ζητώ την άδεια από τον δεύτερο, να τραβήξω μερικές φωτογραφίες και φυσικά μου το επιτρέπει. Είναι χαμογελαστός και ευδιάθετος και μου πιάνει την κουβέντα, αν και γνωρίζει ελάχιστα έως καθόλου αγγλικά. Μου κάνει νόημα να βγάλω όσες φωτογραφίες θέλω και να μείνω εκεί, όση ώρα επιθυμώ. Τόση ευγένεια δεν έχω συναντήσει σε κανέναν άλλο συνοριακό σταθμό μέχρι τώρα. Δεν αργώ να καταλάβω το λόγο, μιας και η σημαία της Σερβικής Δημοκρατίας στο βάθος, θα τραβήξει την προσοχή μου. Και ως γνωστόν, οι Σέρβοι συμπαθούν τους Έλληνες.




Αποχωρώντας, τον ευχαριστώ λέγοντάς του στα σέρβικα “hvala vam” για να εισπράξω ένα “molim” μαζί μ’ έναν χαιρετισμό.

Αυτό που μου έκανε εντύπωση σ’ αυτή τη γέφυρα που ενώνει το Dvor με το Novi Grad, είναι ότι πηγαινοέρχεται πολύς κόσμος, τόσο με οχήματα, όσο και πεζός. Όση ώρα βρισκόμουν εκεί, είδα πολλούς ντόπιους να μην υφίστανται έλεγχο, απλά να χαιρετούν τον τελωνειακό και να φεύγουν χωρίς να επιδεικνύουν κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους σ’ αυτή τη μικρή κοινωνία. Και το παρήγορο είναι ότι Βόσνιοι, Κροάτες και Σέρβοι πηγαινοέρχονται από αυτή τη γέφυρα είτε για δουλειές είτε για να δουν φίλους, γνωστούς και συγγενείς. Μπορεί να τους χώρισε ο πόλεμος σε διαφορετικές χώρες αλλά υπάρχει αυτή η γέφυρα να τους ενώνει…

Τι ‘ναι αυτό που μας ενώνει, μας χωρίζει, μας πληγώνει (και όχι δεν είναι ελληνικό)…

<

p style=”text-align: center”>

Πλέον κυλώ τις ρόδες μου ξανά, στην αγαπημένη μου Βοσνία – Ερζεγοβίνη και δη στο Novi Grad. Σταματάω σ’ ένα βενζινάδικο για μερικά ψώνια και ανεφοδιασμό. Βρέχει και σκέφτομαι να κάνω μια στάση για καφέ και τσιγάρο, η οποία θα είναι μεγάλης σχετικά διάρκειας.

Είμαι χαλασμένος που δεν ευχαριστήθηκα τη διαδρομή, ιδίως το κομμάτι του 47 χωρίς να βγάλω ούτε μια φωτογραφία, ρε γαμώτο μου. Έχω καταντήσει να σπαταλώ το αστείρευτο φωτογραφικό μου ταλέντο, στα βενζινάδικα…

(Πετράκη και Παπασούζα μην γελάτε γιατί θα σας πάρει ο διάολος! Είμαι ταλέντο λέμε!)

Τώρα που κατέβηκα από τη μοτοσυκλέτα, συνειδητοποιώ ότι είμαι μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο! Μα πώς έγινε αυτό, ρε πού$τη μου; Η δεξιά μου μπότα έχει μπάσει τόσο νερό, που ένα χρυσόψαρο θα μπορούσε να μείνει εκεί, αντί σε γυάλα! Αλλά τι θέλω και πιάνω στο στόμα μου το χρυσόψαρο, όταν εγώ σπαρταράω σαν ψάρι, έτσι όπως είμαι;

Eπίσης παρατηρώ, ότι η εσωτερική επένδυση του αδιάβροχου έχει σκιστεί. Και εκτός αυτού, δεν το εφάρμοσα όπως έπρεπε και είμαι τόσο μούσκεμα, λες και με πέταξες όπως ήμουνα στον ποταμό Una! Και όσον αφορά την μπότα, θυμήθηκα ότι στους δρόμους της Σλοβενίας, το παράκανα σε κάποια φάση με τις στροφές όπου σε μια από αυτές είχα πάρει τέτοια κλίση που ακούμπησε η μπότα μου στον δρόμο. Τότε δεν έδωσα σημασία, αλλά τώρα που την παρατηρώ, βλέπω ότι αποκολλήθηκε μερικά χιλιοστά το μπροστινό μέρος στη μύτη της. Και αυτό το λίγο είναι αρκετό, έτσι ώστε να μπάζει νερά.

Είμαι σε απελπιστική κατάσταση και απογοητεύομαι. Όμως πρέπει να μην το βάλω κάτω και να συνεχίσω. Πρέπει να φτάσω στην Banja Luka κι εκεί θα δω τι θα κάνω.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, είμαι ξανά στη σέλα της μοτοσυκλέτας και βρίσκομαι να οδηγώ στον 14, ο οποίος ακολουθεί τον ποταμό Una, εκεί που χωρίζει την Βοσνία – Ερζεγοβίνη από την Κροατία. Και μετά θα κατέβω προς Banja Luka. H όλη διαδρομή που προτίθεμαι να ακολουθήσω από εδώ και πέρα, μοιάζει σαν ένα “Π”. Ήταν μια από τις διαδρομές που εξίταραν τη φαντασία μου κατά τη σχεδίαση του ταξιδιού και εκτός αυτού, δεν είχα ούτε μια πληροφορία στο τσεπάκι μου. Αυτή λοιπόν την άγνωστη διαδρομή καλούμαι να κάνω υπό αυτές τις συνθήκες, κάτι που δεν φανταζόμουν τότε… γιατί γ@μώ την γκαντεμιά μου μέσα;

Οικονομάκη, βάλε σε παρακαλώ κάτι ν’ ακούω τώρα που βρέχει…

Ο 14 είναι μια ατέλειωτη ευθεία που περνάει μέσα από χωριουδάκια. Τον ποταμό Una, τον βλέπω ελάχιστες φορές. Όμως, οι ευθείες θα μου δώσουν την ευκαιρία να κινηθώ με κάπως πιο γρήγορο και σταθερό ρυθμό και να καταπιώ εύκολα τα χιλιόμετρα. Αλλά τι να το κάνεις; Όσο κι αν έχω τα θερμαινόμενα grips να δουλεύουν στο τέρμα, αισθάνομαι υγρό όλο μου το σώμα, εκτός από τα χέρια! Δεν κατεβαίνω ούτε για φωτογραφίες, μιας και αν κατέβω θα την ακούσω στερεοφωνικά. Είμαι λοιπόν αναγκασμένος να πάω τα χιλιόμετρα σιδερόκωλα…

Έχω κάνει τη μ@λ@κία και άφησα εις γνώσιν μου, το δεύτερο αδιάβροχο στο σπίτι μου. Τώρα όμως, πρέπει να υποστώ τις κυρώσεις του νόμου του Μέρφυ. Νόμιζα ότι στα Βαλκάνια θα συναντούσα μόνο λιακάδα, ο ηλίθιος. Και τώρα αυτά, μου δείχνουν το άγριο πρόσωπό τους.

Μετά από αρκετή ώρα, φτάνω στη διασταύρωση για Banja Luka, όπου επιτέλους έχει σταματήσει να βρέχει! Χωρίς δεύτερη σκέψη, αράζω στην άκρη του δρόμου. Η κατάστασή μου έχει χειροτερέψει. Τρέμω ολόκληρος! Προσπαθώ να ανασυνταχτώ ακόμα και στα τελευταία χιλιόμετρα που απομένουν μέχρι τον σημερινό μου προορισμό. Βγάζω το μπλουζάκι και στη θέση του, φοράω το ισοθερμικό. Επιτέλους, ένιωσα μια ζεστασιά στο σώμα μου! Από τη μέση και κάτω όμως, η κατάσταση είναι τραγική. Μοιάζω σαν να είμαι σε μια παραλία, πριν τη βουτιά. Ποτέ δεν έτυχε να βραχώ τόσο πολύ στη ζωή μου. Η μόνη φορά που βράχηκα περισσότερο, ήταν πριν καμιά δεκαετία και βάλε, όταν πήγα με το μπλε ΧΤ μου από το Ηράκλειο στο Ρέθυμνο με βροχή. Αλλά τότε δεν φορούσα αδιάβροχα. Τώρα όμως;

Η βροχή μ’ έχει κερδίσει κατά κράτος. Μ’ έχει ταπεινώσει. Η δε ψυχολογία μου είναι στο ναδίρ. Κουράγιο δικέ μου, σε λίγο θα βρεις ένα ζεστό δωμάτιο ν’ αράξεις…



Στο σημείο που βρίσκομαι, σύμφωνα με τον χάρτη πρέπει να συνεχίσω ευθεία και να πάρω τον επαρχιακό 16 Ε661 που μετά από 76 km, οδηγεί στην Banja Luka. Βλέπω όμως ότι μετά από λίγα μέτρα υπάρχει και αυτοκινητόδρομος που οδηγεί εκεί και χωρίς δεύτερη σκέψη τον ακολουθώ.

Eυτυχώς δεν βρέχει και ο αυτοκινητόδρομος είναι καινούριος, βρισκόμενος στο στάδιο της ολοκλήρωσης. Παρατηρώ δυο σταθμούς διοδίων οι οποίοι κατασκευάζονται, ενώ ο δρόμος έχει παραδοθεί στην κυκλοφορία. Είναι ευρωπαϊκών προδιαγραφών και κυμαίνεται σε υψηλά στάνταρτ.

Όσο πλησιάζω στην Banja Luka, αρχίζει πάλι να βρέχει καταρρακτωδώς. Βρίσκομαι στο κέντρο της πόλης και το GPS αντί να με οδηγήσει στον ξενώνα, με στέλει σ’ ένα πολυτελές συγκρότημα motel-sobe και ό,τι άλλο θες, το οποίο απ’ ότι κατάλαβα, πέφτει πολύ για την τσέπη μου. Μπαίνω μέσα να ρωτήσω και δεν είναι κανείς…

Βγαίνω έξω και πετυχαίνω έναν πιτσιρικά, να περνάει από το σημείο που έχω παρκάρει τη μοτοσυκλέτα μου. Σταματώ να τον ρωτήσω και ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος στα αγγλικά:

– Συγνώμη φίλε μου, μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση;

– Από την Ελλάδα είσαι;

– Ναι!

– Το είδα από την πινακίδα σου! Από ποιο μέρος;

– Mένω στην Κρήτη.

– Στην Κρήτη; Χτες ο ΟΦΗ έχασε 1-0 από την Βέροια, για την 2η αγωνιστική του ελληνικού πρωταθλήματος.

– Ιδέα δεν έχω φίλε μου. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έβλεπα μπάλα!

– Και στο μουντομπάσκετ η Ελλάδα κέρδισε το Πουέρτο Ρίκο!

– Πάλι δεν έχω ιδέα φίλε μου…

– Εγώ πάλι τα παρακολουθώ όλα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Είμαι Σέρβος και την αγαπώ…

-…

– Και στο στοίχημα παίζω πάντα το ελληνικό πρωτάθλημα!

– Αφού όλα τα παιχνίδια είναι στημένα – χαχαχα!

– Τι ομάδα είσαι; ΟΦΗ;

– Παναθηναϊκός…

– Ο Παναθηναϊκός κέρδισε προχτές τον Πανιώνιο 2-1. Τα γκολ τα έβαλαν ο…

– Δεν μου απάντησες όμως στην ερώτηση που θέλω να σου κάνω…

– Α, ναι, έχεις δίκιο φίλε μου! Λοιπόν, τι θες να με ρωτήσεις;

Toυ έδειξα τη διεύθυνση του ξενώνα και για να σιγουρευτεί, μπήκε μέσα σ’ ένα ανθοπωλείο να ρωτήσει. Μετά από λίγο μου έδειξε τον δρόμο, καθώς ο ξενώνας απέχει μόλις λίγα μέτρα από το σημείο που βρίσκομαι. Αφού αποχαιρέτησα τον Σέρβο ποδοσφαιρόφιλο και λάτρη της Ελλάδας, με γνώσεις που θα τις ζήλευε κι ο Σωτηρακόπουλος, μετά από λίγα μέτρα βρίσκομαι στην είσοδο του ξενώνα.

Μπαίνω μέσα και το πρώτο πράγμα που μου λέει η κοπελιά, είναι αν θέλω να βάλω τη μοτοσυκλέτα στο γκαράζ. Φυσικά και θέλω καλή μου, περίμενε όμως πρώτα να τακτοποιηθώ και μετά έρχομαι για το check in, εντάξει;

Κοιτώντας το διαβατήριό μου, μου λέει πως το ζευγάρι των ιδιοκτητών του ξενώνα, βρίσκεται όπως κάθε χρόνο διακοπές σ’ ένα ελληνικό νησί, του οποίου δεν θυμάται το όνομα. Δεν αργώ να το καταλάβω, μιας και σε περίοπτη θέση στον ξενώνα βλέπω ένα ελληνικό αναμνηστικό.

Οι Σέρβοι αγαπούν την Ελλάδα και το δείχνουν. Λατρεύουν κάθε τι που τους φέρνει στο μυαλό αυτή τη χώρα. Τα νησιά, τη μουσική, το μπουζούκι…

Αφού έγινε το check in, η κοπελιά μου λέει ένα “ευχαριστώ” στα ελληνικά και αμέσως πηγαίνω στο δωμάτιό μου, το οποίο αποτελείται από 6 κρεβάτια και για την ώρα είμαι μόνος μου. Έξω έχει βεράντα και βρίσκω ευκαιρία ν’ απλώσω τα μουσκεμένα ρούχα μου.

Είναι περασμένες 15:00 και μου παίρνει αρκετή ώρα προκειμένου να τακτοποιηθώ. Κάνω ένα ζεστό ντους και γράφω ξαπλωμένος το ημερολόγιο:

Δεν τη χάρηκα όσο γούσταρα τη σημερινή ημέρα. Αιτία η βροχή και το γεγονός ότι είμαι μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο.

Έχει πάει 18:00 και αποφασίζω να πάω μια βόλτα στην πόλη, να δω και την Banja Luka. Μια όμορφη εικόνα που θα δω στον ξενώνα, θα με αναγκάζει να βγάλω τη φωτογραφική από την τσάντα.

Με το που βγαίνω έξω, δεν προλαβαίνω να κάνω δυο βήματα και γίνομαι μούσκεμα. Πάτησα σε κάτι νερά, όπου τα καλοκαιρινά και με αεριζόμενη υφή αθλητικά παπούτσια μου, δεν θα εμποδίσουν ακόμα και τα λίγα νερά, να τα διαπεράσουν. Ε, μα πόση γκαντεμιά σήμερα ρε πού$τη μου; Aκόμα και πεζός γίνομαι παπί;

Δεν προλαβαίνω να βγω στον κεντρικό δρόμο και αρχίζει να ρίχνει καρέκλες. Μη έχοντας άλλη επιλογή, πηγαίνω σ’ ένα μαγαζί όπου αγοράζω μια μικρή ομπρέλα.

Κάπως βελτιώνεται η κατάσταση με την ομπρέλα, όμως τα πόδια μου είναι μούσκεμα. Δεν πειράζει, θα το υποστώ κι αυτό. Πώς; Αντιμετωπίζοντάς το με χιούμορ και θετική διάθεση. Και εξηγούμαι:

Αυτή τη στιγμή ταξιδεύω και αισθάνομαι ευλογημένος γι’ αυτό. Ζω μια εμπειρία ανεπανάληπτη από τότε που άρχισα αυτό το ταξίδι που ελάχιστοι τη ζουν και ακόμα πιο ελάχιστοι, μπορούν να καταλάβουν. Μαθαίνω, διδάσκομαι και ανοίγω τα μάτια μου. Τι θα ήθελα, να καθόμουν σε μια ξαπλώστρα κοσμικής παραλίας ενός νησιού, πίνοντας φρέντο και διαβάζοντας αθλητική εφημερίδα; Ε, όχι βέβαια!

H Banja Luka, είναι μια ενδιαφέρουσα πόλη με ανάλογη ιστορία. Σ’ αυτό εδώ το σημείο, θα παραχωρήσω το λόγο στην Βικιπαίδεια, να μας πει κάποια ενδιαφέροντα πράγματα:

Η Μπάνια Λούκα (σερβικά: Бања Лука, κροατικά και βοσνιακά: Banja Luka), είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης και έδρα κυβέρνησης και μεγαλύτερη πόλη της Σερβικής Δημοκρατίας. Έχει πληθυσμό 303.000 κατοίκους και είναι το μεγαλύτερο κέντρο της Βοσνιακής Κράινας, περιοχής που καλύπτει τη δυτική Βοσνία – Ερζεγοβίνη. Ο δήμος έχει στάτους πόλης.

Η Μπάνια Λούκα είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Βέρμπας και δεν έχει υποστεί σημαντικές ζημιές από τον πρόσφατο πόλεμο, αφού η πόλη όχι μόνο δεν πολιορκήθηκε ή βομβαρδίστηκε, αλλά και απείχε πολύ από τα μέτωπα. Παρ’ όλ’ αυτά η Μπάνια Λούκα γνώρισε τη βία της εθνοκάθαρσης, καθώς οι ευμεγέθεις μη σερβικές κοινότητες της πόλης (Βόσνιοι και Κροάτες) είτε δολοφονήθηκαν μαζικά είτε εξαναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν είτε οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μάλιστα το Μάιο του 1993 καταστράφηκε εκ θεμελίων από Σέρβους εθνικιστές το τζαμί του Φερχάτ πασά, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς της πόλης, αλλά και ολόκληρων των Βαλκανίων, λαμπρό δείγμα οθωμανικής αρχιτεκτονικής του 16ου αιώνα. Ήταν ένα από τα 16 τζαμιά της πόλης που καταστράφηκε ολοσχερώς από σερβικές και σερβοβοσνιακές δυνάμεις. Σήμερα το μόνο σημαντικό εναπομείναν ιστορικό κτίσμα στην πόλη είναι το κάστρο της (Kastel) στις όχθες του ποταμού, όχι σε μεγάλη απόσταση από την κεντρική πλατεία.

Το 2001, αρκετές χιλιάδες Σέρβων εθνικιστών επιτέθηκαν σε μια ομάδα Βόσνιων κατά τη διάρκεια της τελετής για την έναρξη ανοικοδόμησης του τζαμιού Φερχαντία, λαμπρό κτίσμα του 16ου αιώνα το οποίο καταστράφηκε και αυτό εκ θεμελίων από Σέρβους εθνικιστές. Υπάρχουν αναφορές για συνεργασία της αστυνομίας και των επίσημων αρχών της πόλης στην επίθεση εναντίον των Βόσνιων. Δεκατέσσερις Σέρβοι εθνικιστές προφυλακίστηκαν για υποκίνηση των επεισοδίων.

Η Μπάνια Λούκα ως έδρα κυβέρνησης της Σερβικής Δημοκρατίας συγκεντρώνει πολλά κυβερνητικά κτίρια, ενώ είναι και η έδρα του ομώνυμου πανεπιστημίου.

Αυτά λοιπόν τα ενδιαφέροντα από την Βικιπαίδεια, τώρα όμως συνεχίζω με τα δικά μου. Το σερβικό και ορθόδοξο στοιχείο κυριαρχεί στην πόλη.

Μετά από λίγο περπάτημα βρίσκομαι στη γέφυρα Gradski Most, πάνω από τον ποταμό Vrbas που διαρρέει την πόλη.

Επειδή το στομάχι μου γουργουρίζει σαν μπετονιέρα ή αλλιώς σαν το GS του Πετράκη, προσπαθώ να βρω ένα εστιατόριο που έχω στα υπόψιν.

Το εστιατόριο βρίσκεται δίπλα στον ποταμό Vrbas, ο οποίος με τα νερά του αλλά και με τη θέα του κάστρου Tvrdava, κάνουν την ατμόσφαιρα μοναδική.


Βρίσκομαι στο εστιατόριο Kod Muje, το οποίο μου πρότεινε ο Κροάτης φίλος μου Νάτκο, χθες το βράδυ στον ξενώνα. Ο Νάτκο, μου είπε πως το εν λόγω εστιατόριο, έφτιαχνε το καλύτερο jevap στην πρώην Γιουγκοσλαβία και εξακολουθεί να το φτιάχνει ακόμα, γι’ αυτό είναι και τόσο γνωστό. Οπότε λοιπόν, δεν χάνω ευκαιρία να το τιμήσω, μιας και οι τιμές είναι πάμφθηνες.

Η σερβιτόρα είναι μια πανύψηλη ξανθιά, γύρω στα 40 που θυμίζει παλαίμαχη παίκτρια του μπάσκετ. Δεν καταλαβαίνει γρι από αγγλικά, αλλά τη βγάζω την άκρη, παραγγέλλοντας τη σπεσιαλιτέ του μαγαζιού, την οποία συνοδεύω με τοπική pivo (μπύρα) εν ονόματι Nektar.

Είναι μακράν το καλύτερο jevap που έχω φάει μέχρι τώρα. Η γεύση του είναι ξεχωριστή και απέχει παρασάγγας απ όλα όσα έχω δοκιμάσει στις χώρες τις πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πάντα προσωπικά και χωρίς να το παίζω ειδήμονας και γευσιγνώστης, έτσι;

Μετά το πέρας του φαγητού, βρίσκομαι να περπατώ σ’ έναν δρόμο εν ονόματι… Τodora Kolokotronisa! Κάπου εκεί βλέπω κι ένα μουσουλμανικό τέμενος, το οποίο δεν το βλέπω στον χάρτη. Απ’ ότι κατάλαβα, ο χάρτης σνομπάρει τα μουσουλμανικά αξιοθέατα της πόλης και αναφέρει μόνο τα χριστιανικά. Αυτό είναι κάτι το οποίο, μου προκαλεί άσχημη εντύπωση. Και το αναφέρω αυτό, γιατί θέλω να είμαι δίκαιος και με τα τρία θρησκευτικά δόγματα, αλλά και με τις τρεις εθνότητες που κυριαρχούν στη χώρα.

Είναι το Ferhat Pasha Mosque ή Ferhadija Mosque, για την πολυτάραχη ιστορία του οποίου, μας έκανε αναφορά προηγουμένως η Βικιπαίδεια.

Η συνέχεια με βρίσκει στην κεντρική πλατεία, όπου υπάρχουν πολλά εμπορικά κέντρα, βασισμένα στα δυτικά πρότυπα. Βρέχει και με την ομπρέλα ανά χείρας και παραμάσχαλα τη φωτογραφική, βολτάρω στην πόλη.

Περπατάω από το κεντρικό πεζόδρομο, όπου το ωραίο φύλο δίνει έντονο παρών. Για να μην το πολυλογώ, θα πω μόνο τούτο: βρίσκομαι στην 14η ημέρα του ταξιδιού και στην Banja Luka, έχω δει τις πιο όμορφες και πιο γοητευτικές γυναίκες μέχρι τώρα!

Ο κεντρικός πεζόδρομος, διακρίνεται από όμορφα κτίρια, καλαίσθητης αρχιτεκτονικής που σε γυρίζουν αρκετούς αιώνες πίσω. Είναι όμως τόσο καλοδιατηρημένα και εύλογα αναρωτιέμαι αν κατασκευάστηκαν μόλις τα τελευταία χρόνια. Μέχρι στιγμής, δεν έχω δει ούτε ένα σημάδι του πολέμου, τουλάχιστον στα σημεία που έχω περπατήσει για την ώρα…



Βρέχει και έχει βραδιάσει. Πρώτη φορά βγάζω νυχτερινές φωτογραφίες με βροχή και το αποτέλεσμα δεν είναι το αναμενόμενο. Ε, και τι έγινε! Το πολύ-πολύ να με μαλώσουν ο Πετράκης με τον Παπασούζα. Σιγά τα ωά, δηλαδή…

Ξεχωρίζει η ορθόδοξη εκκλησία του Σωτήρος Χριστού κι ένα κυβερνητικό κτίριο, τα οποία είναι εντυπωσιακά φωταγωγημένα.




Έξω από το κτίριο, προσπαθώ να βγάλω μια φωτογραφία και την ίδια στιγμή βλέπω έναν αστυνομικό να με κοιτάει με αυστηρό ύφος, την ώρα που πάω να φωτογραφίσω. Αποκτώ ύφος χαζού και ηλίθιου τουρίστα και δείχνοντάς του τη σημαία, προσποιούμαι τον ανήξερο και τον ρωτώ:

– Serbia?

– Srpska Republika!

– Photo?

– Yes!

Εν συνεχεία, βρίσκομαι κατά τύχη σ’ ένα πάρκο, το οποίο λογικά είναι ένα μνημείο του πολέμου για τους Σέρβους της Βοσνίας.

H βροχή δυσκόλεψε τις βραδυνές λήψεις στην Βanja Luka.

Η Banja Luka, είναι μια πόλη που μου προκαλεί το ενδιαφέρον να την εξερευνήσω. Είναι μια πόλη ερωτεύσιμη, σαν τις πολλές ωραίες γυναίκες που είδα σήμερα. Όμως η βροχή και η περασμένη ώρα, θα με ωθήσουν να πάρω το δρόμο της επιστροφής για το hostel. Τίποτα δεν πήγε καλά για σήμερα. Ακόμα και το εύκολο κομμάτι του τουρισμού, δεν το χάρηκα όσο θα ήθελα. Κι είχα σκοπό να γράψω πολλά χιλιόμετρα σήμερα με τα πόδια στην Banja Luka. Η πουτ@ν@ η βροχή όμως, μου τα χάλασε όλα!

Φτάνω στo hostel και μετά από λίγα λεπτά, βγαίνω πάλι έξω για να πάω στο περίπτερο. Επιστρέφοντας βλέπω δυο μοτοσυκλέτες με αυστριακές πινακίδες, έξω από το γκαράζ που έχω παρκάρει τη μοτοσυκλέτα μου. Και δυστυχώς, το γκαράζ είναι τόσο μικρό που χωράει μόνο τη δική μου. Ανεβαίνοντας συνάντησα τους κατόχους αυτών των δυο μοτοσυκλετών, οι οποίοι με καλούν να καθίσω στο τραπέζι και με κερνούν μπύρα από το μεγάλο μπουκάλι.

Μόλις γνώρισα δυο εκπληκτικά παιδιά από την Αυστρία. Tον Φέλιξ 21 ετών με BMW GS650F και τον Ντέιβιντ 22 ετών με Honda XL600V Transalp. Σπουδάζουν μηχανολόγοι-μηχανικοί σε πανεπιστήμιο της χώρας τους και ταξιδεύουν από την Αυστρία στα Βαλκάνια, έχοντας ένα πλάνο 14 ημερών. Χθες ήταν στο Zagreb και πριν λίγο έφτασαν στην Banja Luka, ακολουθώντας την ίδια διαδρομή με τη δική μου. Ήταν οι μόνοι μοτοσυκλετιστές στον δρόμο, όπως κι εγώ, μιας και κανείς μας δεν είδε ούτε μία μοτοσυκλέτα ένεκα της βροχής.

Μετά τις απαραίτητες συστάσεις, βάζουμε κάτω χάρτες, ανταλλάσσοντας πληροφορίες. Προσπαθώ να τους δώσω ό,τι πληροφορία μπορώ (έγινα και ειδήμονας πανάθεμά με) μιας και τα παιδιά ταξιδεύουν πρώτη φορά με τις μοτοσυκλέτες τους στα Βαλκάνια. Έχουν ένα πλάνο και ταξιδεύουν χωρίς κανένα περιορισμό στο πρόγραμμά τους. Τα προγράμματα εξάλλου είναι για να αλλάζουν, τους είπα.

Επίσης ταξιδεύουν με χαμηλό προϋπολογισμό, μένοντας ως επί το πλείστον σε οργανωμένα camping ή ξενώνες. Μιλώντας αρκετή ώρα μαζί τους, κατάλαβα ότι παρόλο το νεαρό της ηλικίας τους, είναι ιδιαίτερα συνειδητοποιημένοι ταξιδιώτες. Ταξιδεύουν για να δουν και όχι για να τους δουν…

Την ώρα που οι περισσότεροι συνομήλικοί τους έχουν ως μόνο ενδιαφέρον πού θα διασκεδάσουν το βράδυ, τι κινητό θα αγοράσουν, τι ρούχα θα ψωνίσουν και τι φωτογραφίες θα ανεβάσουν στο facebook για να νιώσουν κάποιοι, αυτοί καβαλούν μοτοσυκλέτες και παίρνουν τους δρόμους.

Ειλικρινά τα χαίρομαι αυτά τα παιδιά. Στην ηλικία τους πριν καμιά δεκαριά και βάλε χρόνια, είχα ένα Yamaha XT 600E με το οποίο μπορεί να όργωνα τα βουνά, αλλά ποτέ δεν τόλμησα να βγω εκτός συνόρων. Ίσως να ήταν κι άλλοι λόγοι, ίσως να ήταν και διαφορετικές εποχές. Δεν στέκομαι όμως σ’ αυτό. Απλά θα εκφράσω τον θαυμασμό μου και την εκτίμησή μου γι’ αυτά τα παιδιά.

Τα παιδιά μου προτείνουν να πάμε αύριο μαζί στο Sarajevo, αλλά αρνούμαι ευγενικά. Ο λόγος είναι ότι δεν θέλω να μπω σφήνα στο ταξίδι τους και να τους το “χαλάσω”. Eξάλλου έχω κάποιες παραξενιές, όπως τις πολλές στάσεις χωρίς χρονοδιάγραμμα και δεν ξέρω αν θα τους νευριάσω με τα ιδιότροπα καμώματά μου. Αν και στο μυαλό μου παίζει τρελά το ενδεχόμενο να μην πάω Sarajevo, αλλά κάπου αλλού…

– Και πως την παλέψατε ρε παίδες σήμερα με τη βροχή; Εγώ έγινα μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο…

– Απλά φορέσαμε τα αδιάβροχά μας και δεν είχαμε κανένα πρόβλημα!

Περιττό να σου πω, ότι μου κατέβηκαν κάτω τα μούτρα από την ντροπή. Το αδιάβροχό μου έχει σκιστεί όπως και η μια μπότα μου. Και βλέπω δυο πιτσιρικάδες να έχουν βάλει τα γυαλιά σ’ έναν μεγαλύτερό τους και φαινομενικά πιο έμπειρο από αυτούς.

Καληνυχτώ τα παιδιά και κατευθύνομαι στο κρεβάτι για να την πέσω. Κοιτώ τα ρούχα μου που είναι απλωμένα στη βεράντα και δεν στέγνωσαν καθόλου. Δεν φοριούνται με τίποτα…

Αύριο σκέφτομαι να διανυκτερεύσω στο Jaice, το οποίο απέχει 73 km από την Banja Luka και όχι στο Sarajevo, όπως έχω σχεδιάσει. Αιτία τα βρεγμένα ρούχα μου, αλλά και ο άστατος καιρός. Μπαίνω στο internet και βλέπω ότι σε όλα τα Βαλκάνια, έχει καταιγίδες. Όχι μόνο για αύριο, αλλά για πολλές ημέρες ακόμα…

Για να είμαι ειλικρινής, η ψυχολογία μου δεν είναι και στα καλύτερά της. Λίγο πριν κοιμηθώ, κάνω πάλι ένα ντους και ξαπλωμένος στο κρεβάτι, από την θαλπωρή και τη ζεστασιά του δωματίου, σκέφτομαι να μοιραστώ τη μοναξιά μου, με δυο φίλους μου που αυτή τη στιγμή ταξιδεύουν και αυτοί, αλλά σε άλλο σημείο του ορίζοντα, πιο ανατολικά. Ο λόγος για τον Στέλιο Οικονομάκη και τον Μανώλη Κυριακόπουλο, οι οποίοι βρίσκονται κάπου μεταξύ Τουρκίας, Γεωργίας, Αρμενίας και Ναγκόρνο Καραμπάχ…

Mόνο και μόνο που αντάλλαξα έστω και μερικές διαδικτυακές κουβέντες με αυτούς τους δυο, ήταν κάτι πολύ σημαντικό για εμένα. Δυστυχώς ή ευτυχώς, έχω επιλέξει να ταξιδεύω μόνος. Πολλές φορές το γουστάρω αυτό. Άλλες φορές πάλι, πληρώνω ακριβά το τίμημα της μοναχικότητας.

Κυριακόπουλε, επειδή είναι το είδος σου, βάλε μια πενιά να παίζει…

O δικός μου ο δρόμος, στην οδό γράφει μόνος…

Αρκετά το ζάλισα για σήμερα. Καληνυχτώ με τις τελευταίες αράδες που έγραψα στο ημερολόγιο:

Έχω ξενερώσει, έχω σπαστεί, έχω νευριάσει, αλλά δεν χαλιέμαι. Γιατί ταξιδεύω…

Τι θα προτιμούσα; Να είμαι στο σπίτι και να χαζεύω στον υπολογιστή; Ε, όχι βέβαια!

Ξέρω από πρώτο χέρι, πως ένα ταξίδι έχει και καλές-ευχάριστες στιγμές, αλλά έχει και δύσκολες. Και αυτές οι δύσκολες στιγμές είναι που σε ατσαλώνουν.

Laku noc!

Έξοδα – Σημειώσεις:

Βενζίνη: 13,30 €
Διαμονή: City Smile Hostel (11,20 €)
Λοιπά: 10,80 €
Σύνολο: 35,30 €
Γενικό Σύνολο: 696,90 €

« Προηγούμενη Σελίδα Επόμενη Σελίδα »
Σελίδες: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28
Μπορείτε να ακολουθήσετε τις απαντήσεις σε αυτή την καταχώρηση μέσω RSS 2.0 feed.You can skip to the end and leave a response. Pinging is currently not allowed.
8 Σχόλια
  1. Stavros Kokotsakis says:

    Γιγαντα Μερκουρη, ετσι π τα λες σαν να ηρθα και γω μαζι. Ενα μπραβο σε ολους εδω στο site καθως βαζετε και σε αλλους το μικροβιο του ταξιδιου με το μηχανακι.Ετσι και γω το τολμησα φετος το καλοκαιρι 1η φορα.Σερβια παιδια, οπως ακριβως τα λεει ο Μερκουρης.. Να σαι καλα φιλε.

    • Mερκούρης says:

      Xαίρομαι που προσβλήθηκες από αυτό το μικρόβιο, φίλε Σταύρο. Και τώρα που έκανες την αρχή, σου εύχομαι να το ξανατολμήσεις αμέτρητες φορές …

  2. Κωστας φιλιππου says:

    Ακομα ενα ευχαριστο ταξιδι διαδυκτιακε φιλε Μερκουρη .θα ερθω χανια την παρασκευη για μια βδομαδα εαν μπορεις κερναω καφε να γνωριμια.

    • Mερκούρης says:

      Φίλε Κώστα, με πέτυχες σε φάση που τρέχω πανικόβλητος από το πρωί ως το βράδυ. Μένω στο Ηράκλειο και το κόβω εξαιρετικά δύσκολο να πεταχτώ στα Χανιά, ιδίως αυτή την περίοδο. Αν καταφέρω να ξεκλέψω αρκετό χρόνο, θα επιδιώξω να συναντηθούμε. Κι αν συναντηθούμε, ο καφές θα είναι κερασμένος από ‘μενα!
      Στείλε μου σε παρακαλώ το τηλέφωνό σου, στο kipreosms@yahoo.gr.

  3. Tasos Ananiadis says:

    Φίλε μας ταξίδεψες πάλι σε όμορφες γωνιές του πλανήτη και του μυαλού
    και σε ευχαριστώ πολύ για αυτό!

  4. Československo says:

    Μία μικρή διόρθωση το Cetinje προφέρετε Τσετινιε διότι n+j = νιε δηλαδή nja= νια. Όσο για την Λατινική γραφή δεν αποτελούσε ποτέ γραφή του Μαυροβουνίου ιστορικά, μόνο τα Κυριλλικά ήταν η μία και μόνη ιστορική γραφή. Θεωρήθηκε παράλογο που μετά την ανεξαρτησία δεν κράτησε η χώρα το Κιριλλικό αλφάβητο αλλά το λατινικό ,ένα ζήτημα το οποίο αποτελεί πεδίο διαμάχης μέχρι και σήμερα μεταξύ των Μαυροβουνίων, όπως παράλογο είναι που δεν ξαναέκοψαν το παλιό ιστορικό τους νόμισμα την “Περπέρα”. Κανονικά είναι Црна Гора.

Το σχόλιο σας