Ex – Yugoslavia: χτίζοντας γέφυρες και γκρεμίζοντας τείχη


Ημέρα 21η: Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014, Studenica – Nis (280,5 km)

Αre you from Greece?

Σηκώθηκα από το κρεβάτι λίγα λεπτά μετά τις 07:00 και έφτιαξα καφέ. Χθες, ούτε καν μου πέρασε από το μυαλό να μείνω σε μοναστήρι, το θεωρούσα έναν από τους χειρότερους εφιάλτες μου. Ήρθαν όμως έτσι τα πράγματα που δεν είχα άλλη επιλογή, μιας και ήταν βράδυ κι έβρεχε.

Σε καλό πάντως μου βγήκε όλη αυτή η περιπέτεια, μιας και εξασφάλισα πρωινό, βραδινό και ύπνο σε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή. Αποκόμισα άλλη μια παράσταση από την Σερβία, καθώς το ορθόδοξο στοιχείο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της. Και στην τελική, όσο κι αν μου τη δίνουν στα νεύρα οι θρησκείες, οφείλω να ομολογήσω πως μια γαλήνη την αισθάνομαι ευρισκόμενος σ’ έναν θρησκευτικό χώρο. Ως εκεί όμως…

Παρατηρώ μια εικόνα του Ιησού Χριστού, ο οποίος κρατάει ένα βιβλίο και γράφει κάτι στα ελληνικά. Η ελληνική γλώσσα, αποτέλεσε για πολλούς αιώνες μια διεθνή γλώσσα, όπως είναι τώρα η αγγλική για παράδειγμα. Και για το λόγο αυτό λοιπόν, ο χριστιανισμός χρησιμοποιήσε την ελληνική γλώσσα, προκειμένου να εξαπλωθεί.

O ξενώνας του μοναστηριού που διανυκτέρευσα.

Με τη φωτογραφική ανά χείρας μπαίνω μέσα στο μοναστήρι, το οποίο περικλείεται από τείχη.

Είναι ένα από τα πιο όμορφα μοναστήρια που έχω δει. Οι εκκλησίες είναι μεν εντυπωσιακές και συνάμα λιτές. Αυτό το πράγμα το γουστάρω με χίλια και ο λόγος είναι ότι, στους περισσότερους θρησκευτικούς χώρους, ως είθισται κυριαρχεί το στοιχείο της υπερβολής χάριν του εντυπωσιασμού και της επιβλητικότητας. Όμως εδώ τα πράγματα, μου φαίνονται λιτά και απέριττα, χωρίς φανφάρες, όπως αρμόζει δηλαδή σ’ έναν θρησκευτικό χώρο. Και να φανταστείς, η Studenica θεωρείται το πιο πλούσιο μοναστήρι της Σερβίας!


Είναι όμως τα πράγματα τόσο λιτά και απέριττα, όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως; Την απάντηση θα μας την δώσουν οι συγγραφείς Γιώργος Στάμκος και Μιλίτσα Κοσάνοβιτς, με το βιβλίο τους “Μυστική Σερβία”:

Σαράντα χιλιόμετρα νοτίως του Κράλιεβο, βρίσκεται η ιστορική μονή της Στουντένιτσα (1183 μ.Χ.), που θεωρείται -από αρχιτεκτονικής απόψεως- η πλέον δυτικότροπη της Σερβίας, γεγονός που προκαλεί την αντιπάθεια των σκληροπυρηνικών ορθόδοξων της χώρας. Ανήκει στη λεγόμενη «σχολή της Ράσκα», που είναι μια γοητευτική σύνθεση του ρωμανικού με το βυζαντινό ρυθμό. Οι αγιογραφίες της, πάντως, είναι καθαρά βυζαντινής τεχνοτροπίας. Στη μονή βρίσκονται και τα οστά του Συμεών, πατέρα του Αγίου Σάββα. Υπάρχει επίσης και η σαρκοφάγος της γυναίκας του Αναστασίας, που κατασκευάστηκε μόλις το 1996 και πάνω της έχει σκαλισμένα 12 κιλά χρυσού και 150 κιλά ασημιού! Το περίεργο είναι ότι τα χρήματα αυτά συγκεντρώθηκαν κατά την περίοδο του εμπάργκο…

Η περίφημη κάρα που κατασκευάστηκε το 1996 με χρήματα που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια του εμπάργκο και έχει σκαλισμένα πάνω της 12 κιλά χρυσού και 150 κιλά ασημιού! Την ίδια στιγμή, ο σερβικός λαός υπέφερε από το απάνθρωπο και εξοντωτικό εμπάργκο…

Το μοναστήρι θεωρείται η μητέρα των εκκλησιών της Σερβίας και είναι αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου. Η μονή είναι περικυκλωμένη από οχυρωματικά τείχη και περιλαμβάνει δυο εκκλησίες: της Παναγίας και του Βασιλιά, οι οποίες χτίστηκαν από λευκό μάρμαρο. Ξεχωρίζει για τις βυζαντινές αγιογραφίες του 13ου και 14ου αιώνα και από το 1979 αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.



Ο ιδρυτής του σερβικού μεσαιωνικού κράτους Στέφανος Νεμάνια (Stefan Nemanja) ή Άγιος Συμεών ο Χιλανδρινός ή Μυροβλήτης, ίδρυσε το μοναστήρι το 1190 και η κατασκευή του διήρκεσε για αρκετά μεγάλο διάστημα. To πρώτο στάδιο της κατασκευής ολοκληρώθηκε το 1196 όταν ο Στέφανος Νεμάνια παραιτήθηκε από το θρόνο του και… μόνασε στο μοναστήρι! Και σαν να μην έφτανε αυτό, στη συνέχεια έζησε ως μοναχός στην Μονή Χιλανδαρίου στο Άγιο Όρος! Με τη φυγή του, παρέδωσε την φροντίδα της μονής στον γιο του Στέφανο Α’ και ο ίδιος απεβίωσε στη Μονή Χιλανδαρίου το έτος 1199.






Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, το μοναστήρι δέχθηκε πολλές επιθέσεις από τους Τούρκους και τον 17ο αιώνα ένας σεισμός και μια πυρκαγιά έπληξαν το μοναστήρι όπου χάθηκε ένα σημαντικό μέρος της πολιτιστικής του κληρονομιάς.

Πρόσφατα ανακαλύφθηκαν στην ανατολική πλευρά του μοναστηριού τα ερείπια δυο εκκλησιών του 13ου αιώνα, οι οποίες υπέστησαν ζημιές κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα, σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες, οι οποίες όμως δεν αποκαταστάθηκαν.

Σε κάποια φάση συναντώ δυο μοναχούς, από τους οποίους μόνο ο ένας μιλάει αγγλικά. Είναι ο πάτερ (ότατς στα σερβικά) Αλέξανδρος ο οποίος μου δίνει αμέσως τη χείρα του, όχι για να την ασπαστώ όπως πολλοί Έλληνες συνάδελφοί του, αλλά για να ανταλλάξουμε χειραψία. Μόλις τελείωσε η Θεία Λειτουργία και στεναχωριέμαι πολύ, γιατί ήθελα να ακούσω βυζαντινούς ύμνους στα σερβικά. Κρίμα, για λίγα λεπτά δεν πρόλαβα…

Τώρα θα μου πεις, πώς γίνεται εσύ που δεν τα πας καθόλου καλά με τις θρησκείες να θες ν’ ακούσεις βυζαντινούς ύμνους και μάλιστα σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνεις; Όπως προείπα, προέρχομαι από ιδιαίτερα θρησκευόμενη οικογένεια και ο θείος μου είναι ψάλτης. Κι όταν λέω ψάλτης, εννοώ με σπουδές και πτυχία πάνω στη βυζαντινή μουσική. Θυμάμαι, όταν ήμουνα μικρός πήγαινα κάθε Κυριακή στην εκκλησία και βρισκόμουν δίπλα του, στο δεξί αναλόγιο. Στην αρχή ξεκίνησα λέγοντας τα “πιστεύω” και τα “πάτερ ημών” και από ένα σημείο άρχισα να ψέλνω με τη σειρά μου τροπάρια, ύμνους μέχρι και αποστολικά αναγνώσματα. Ήμουν ταλέντο ο άτιμος! Όλα αυτά μέχρι την ηλικία των 12 ετών. Μετά σταμάτησα να πηγαίνω στην εκκλησία και πατούσα το πόδι μου ελάχιστες φορές τον χρόνο, μόνο σε ιδιαίτερες και αναγκαστικές περιστάσεις (γαμοβαφτίσια κι έτσι). Όμως, ακόμα και τώρα η βυζαντινή μουσική είναι μια μουσική, το άκουσμα της οποίας εξακολουθεί να με συγκινεί. Εν πάση περιπτώσει, στο θέμα μας…

Συζητάμε για αρκετή ώρα με τον πάτερ Αλέξανδρο, ο οποίος δείχνει ιδιαίτερα χαρούμενος για την παρουσία μου. Στην αρχή μου λέει κάποια ενδιαφέροντα πράγματα για την ιστορία του μοναστηριού και στη συνέχεια συζητάμε για άλλα πράγματα. Ευκαιρία λοιπόν να τον ανακρίνω, μιας και οι σχέσεις μου με τους ιερωμένους δεν είναι κι οι καλύτερες δυνατές…

Αυτό που μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση στον πάτερ Αλέξανδρο, είναι πως δεν μιλάει με μίσος για τους αλλόθρησκους, αλλά με σθένος και αγάπη. Άλλωστε ο Ιησούς είπε το περίφημο “αγάπα τον πλησίον σου”. Η εικόνα που μου δίνει είναι πως πρόκειται για έναν άνθρωπο σεμνό και ταπεινό, από αυτούς που ζουν ενάρετα και προσεύχονται. Από αυτούς που σύμφωνα με τη δική τους κοσμοθεωρία, βρίσκονται πλέον στον δρόμο του Κυρίου…

Αυτό που ξέρω από όσα παρακολουθώ στην Ελλάδα, είναι ότι υπάρχουν αρκετοί ρασοφόροι, οι οποίοι με κάθε ευκαιρία ξεσπαθώνουν κατά πάντων, με όπλο τους τη μισαλλοδοξία και όχι μόνο. Έτσι λοιπόν, δημιουργούν μια αλγεινή εντύπωση σε έναν λογικά σκεπτόμενο άνθρωπο. Θέλω να πιστεύω ότι αυτοί είναι λίγοι, απλά φαίνονται πολλοί επειδή κάνουν φασαρία. Όπως επίσης, θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν και πολλοί παπάδες οι οποίοι είναι στον δρόμο του Κυρίου, έχοντας ως όπλο τους την προσευχή, την ενάρετη ζωή και το κυριότερο την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Αυτοί οι ιερωμένοι, έχουν κερδίσει την εκτίμηση και τον θαυμασμό μου, γιατί υποστηρίζουν αυτά που λένε με τον αξιοπρεπή τρόπο ζωής τους. Οι άλλοι όχι…

Μετά από αυτήν την ενδιαφέρουσα συνομιλία, αποχαιρετώ τον πάτερ Αλέξανδρο και πηγαίνω για πρωινό στον ξενώνα του μοναστηριού. Λίγο πριν φύγω, αποφασίζω να τεντώσω την αλυσίδα κίνησης, η οποία μου διαμαρτύρεται αραιά και που, από τότε που έφτασα στο Sarajevo. Tελικά ήθελε τέντωμα, μόνο ένα “κλικ”! Γ@μημ€νες γιαμάχες…

Εκεί γνωρίζω έναν Πολωνό με BMW F800 GS, ο οποίος ετοιμάζεται να φύγει και τα λέμε για λίγη ώρα. Συμφωνούμε πως η διαμονή στο μοναστήρι, μας κόστισε σχεδόν τζάμπα. Φαντάσου μου λέει, πόσο θα μας στοίχιζε αν μέναμε σ’ ένα motel ή σ’ ένα ξενοδοχείο…

Μόλις έφυγε ο Πολωνός, με πλησιάζουν δυο Νορβηγοί, οι οποίοι έμειναν και αυτοί στο μοναστήρι. Αχ, κι όποτε φέρνω στο μυαλό μου την Νορβηγία, κάτι παθαίνω! Ο ένας είναι από το Bergen και έχει επισκεφθεί την Αθήνα και την Κρήτη στο παρελθόν. Ο άλλος είναι από το Oslo και κρατάει ένα μπαστούνι λόγω του ότι αντιμετωπίζει κινητικά προβλήματα. Ώρες-ώρες αναρωτιέμαι την ψυχική δύναμη που δίνει η θρησκεία σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν προβλήματα στη ζωή τους. Κάποιοι έχουν εναποθέσει όλες τους τις ελπίδες στη θρησκεία ελπίζοντας σε ένα θαύμα. Κάποιοι άλλοι πάλι έχουν συμβιβαστεί και βρίσκουν δύναμη να συνεχίσουν με αξιοπρέπεια τη ζωή τους, κρατώντας ψηλά το κεφάλι. Πόσο ζήλεψα αλήθεια, την ενέργεια και το πάθος που έβγαζε με τα λόγια του αυτός ο άνθρωπος με το μπαστούνι…

Περασμένες 10:00 είμαι έτοιμος για αναχώρηση. Ευκαιρία λοιπόν να χαρώ τη διαδρομή που δεν χάρηκα και τόσο χθες, λόγω της νύχτας και της βροχής. Σήμερα η ημέρα είναι ηλιόλουστη. Μωρέ και χθες έτσι ήτανε, αλλά τη βροχή μου την έφαγα…

Μετά από αρκετές ημέρες, επιτέλους βάζω τη μαύρη ζελατίνα στο κράνος και οδηγώ σ’ ένα καταπληκτικό στροφιλίκι με την κατάσταση του δρόμου να είναι αρκετά καλή. Έφυγα από το μοναστήρι και ο διάβολος μπήκε ξανά μέσα μου…


Ακολουθώ την πινακίδα για το Kopaonik Nacionalni Park και στην αρχή περνάω από μερικά χωριά.

Σύντομα θα βρεθώ στην πύλη του εθνικού πάρκου, η οποία σηματοδοτεί την είσοδό μου σε αυτό.


Ο καιρός είναι ηλιόλουστος, αλλά όσο ανεβαίνω υψόμετρο αρχίζει να ψιχαλίζει και η θερμοκρασία πέφτει αισθητά. Ο δρόμος είναι επιεικώς άθλιος και σε δυο σημεία διακόπτεται η κυκλοφορία καθώς συνεργεία τοποθετούν νέα άσφαλτο.


Όσο ανεβαίνω υψόμετρο, η θερμοκρασία πέφτει κι άλλο και η βροχή δυναμώνει. Παρόλα αυτά, αρνούμαι για άλλη μια φορά να βάλω αδιάβροχα!

Mετά το Kopaonik, έχω βάλει σκοπό το Davolja Varos και φτάνω στην κεντρική διασταύρωση. Δεξιά πάει προς Kursumlija όπου περνάει από μερικά κομμάτια χωματόδρομου και αριστερά πάει προς Βeloljin, μόνο από άσφαλτο. Σκέφτομαι να πάω από δεξιά, μιας και ο χωματόδρομος πάντα αποτελεί ένα ισχυρό δέλεαρ. Όμως τώρα βρέχει και σκεφτόμενος ότι θα ταλαιπωρηθώ με τις λάσπες, επιλέγω να πάω αριστερά.


Περνάω μέσα από το κέντρο του Kopaonik όπου υπάρχουν πολλές ξενοδοχειακές και όχι μόνο, μονάδες και εγκαταστάσεις. Μετά από λίγο, οδηγώ στο υψηλότερο σημείο του που περνάει δρόμος. Η αίσθηση είναι μοναδική…

Στο σημείο αυτό, η Βικιπαίδεια θα μας πει κάποια ενδιαφέροντα πράγματα για το Kopaonik Nacionalni Park:

Το Κοπαονίκ (σερβικά : Копаоник) είναι οροσειρά της κεντρικής Σερβίας η οποία εκτείνεται από τα βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά με μήκος περίπου 75 χιλιόμετρα , φθάνοντας στο μεσαίο τμήμα της έχει πλάτος περίπου 40 χλμ. Θεωρείται τμήμα της οροσειράς της Ροδόπης. Ένα μέρος της είναι προστατευόμενη περιοχή με το όνομα Εθνικό πάρκο Κοπαονίκ, εντός του οποίου υπάρχουν πολλές προστατευόμενες φυσικές περιοχές και το μεγαλύτερο χιονοδρομικό κέντρο στη Σερβία. Η υψηλότερη κορυφή του είναι η Πάνσιτσεβ (Pančićev) με 2017 μέτρα υψόμετρο. Στην κορυφή υπάρχει το μαυσωλείο του διάσημου φυσιοδίφη της Σερβίας από τον οποίο πήρε το όνομά της, και μια στρατιωτική βάση. Η στρατιωτική βάση το 1995 βομβαρδίστηκε επανειλημμένα από το ΝΑΤΟ, ακόμα και σήμερα στο Κοπαονίκ υπάρχουν Νατοϊκές νάρκες διασποράς που δεν έχουν εξουδετερωθεί.

Η οροσειρά ονομάζεται και “αργυρό βουνό” από τον μεγάλο πλούτο μεταλλεύματος αργυρού που εξορυσσόταν από το Μεσαίωνα. Η κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η κτηνοτροφία και ο τουρισμός. Στο Κοπαονίκ πηγάζουν πολλοί ποταμοί και στους πρόποδες του έχει πολλά αρχαιολογικά μνημεία όπως κάστρα, μοναστήρια και μεσαιωνικά ορυχεία.

Έχει 200 ημέρες ηλιοφάνειας το χρόνο, λόγω της νότιας θέσης της το ύψος και το άνοιγμα του εδάφους, εμποδίζει την κατακράτηση των νεφών πάνω από το βουνό. Ο κρύος αέρας πέφτει μέσα από τις γύρω πεδιάδες και όρμους, έτσι ώστε οι θερμοκρασίες τον χειμώνα δεν είναι πολύ χαμηλές. Η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι 3,7° C, το χιόνι ξεκινά στα τέλη Νοεμβρίου και διαρκεί μέχρι τον Μάιο, 159 ημέρες το χρόνο. Το υψηλότερο επίπεδο βροχόπτωσης είναι από 1000 mm ετησίως.

Το Κοπαονίκ είναι η πιο διαδεδομένη διαμελισμένη δασική ζώνη και βοσκοτόπων της κεντρικής Σερβίας. Σε υψηλότερα τμήματα της φύεται Πεύκη και έλατα, και χαμηλότερα η οξιά και ο δρυς. Από τα πολλά είδη ζώων είναι το πιο σημαντικό είναι ο πετρίτης (Falco peregrinus), ο χρυσαετός (Aquila chrysaetos), η κουκουβάγια (Bubo bubo), η άγρια γάτα (Felix silvestris) και το ζαρκάδι (Capreolus capreolus).

Κατεβαίνοντας καλυτερεύει ο καιρός. Έχει τόση λιακάδα που τα βρεγμένα ρούχα μου, δεν με ενοχλούν. Σταματώ για την απαραίτητη φωτογράφιση στην πύλη εξόδου του Kopaonik.


Aπό εκεί και πέρα η διαδρομή είναι καταπληκτική. Όχι τόσο από φυσική ομορφιά, αλλά από τις εικόνες της σερβικής υπαίθρου. Πόσο μου αρέσει να χαζεύω σπίτια, χωράφια, χωριουδάκια και τις καθημερινές ασχολίες των χωρικών…




Στο Blace βλέπω δυο κοπελιές να κάθονται έξω από ένα κατάστημα ρούχων και μένω έκθαμβος από την εκτυφλωτική ομορφιά τους! Οι Σέρβες είναι θεές, τέλος!

Επανέρχομαι: στο Blace λοιπόν, βλέπω μια πινακίδα για Davolja Varos και σκέφτομαι να την ακολουθήσω για να κόψω δρόμο. Η διαδρομή είναι υπέροχη και φτάνοντας στην Kursumlija, η όμορφη θέα των σερβικών επαρχιακών σπιτιών, θα με ωθήσει να παρκάρω την μοτοσυκλέτα μου στην άκρη του δρόμου, για να τραβήξω μια φωτογραφία.


Πριν καλά-καλά κατέβω, με πλησιάζει ένας πατέρας με τον γιο του και τον ανεβάζει πάνω στη μοτοσυκλέτα, βγάζοντάς τον φωτογραφίες με το κινητό. Είναι ο μικρός Λούκα…

Στο σημείο που βρίσκομαι, ακριβώς απέναντι υπάρχει ένα βουλκανιζατέρ κι ένα σπίτι. Ο πατέρας είναι ο ιδιοκτήτης, ο οποίος αυτή τη στιγμή έχει πελάτη και του φτιάχνει τη ρόδα του αυτοκινήτου του. Ξαφνικά βγαίνει και η γυναίκα του ιδιοκτήτη από το σπίτι, μαζί με τη μικρή τους κόρη…

Κανείς δεν μιλάει αγγλικά, ούτε λέξη δεν καταλαβαίνουν. Κι όμως, χωρίς να με ρωτήσουν από πού είμαι, μου λένε να πιω έναν καφέ μαζί τους! Πώς να αρνηθείς μια τέτοια πρόταση;

Πλέον το πιστεύω, ότι οι Σέρβοι είναι ένας λαός φιλόξενος από τη φύση του. Όχι μόνο σ’ εμάς τους Έλληνες όπως λανθασμένα νόμιζα πέρσι, αλλά σε όλους ανεξαιρέτως. Κανείς δεν ενδιαφέρεται αν είμαι Έλληνας ή όχι. Με βλέπουν σαν έναν τρελό που έχει έρθει από μακριά, με βάζουν σπίτι τους και με κερνούν καφέ. Έτσι χωρίς πολλά-πολλά και χωρίς να καταλαβαίνει ο ένας τη γλώσσα του αλλουνού. Αλλά ποια γλώσσα; Ο ένας μιλάει αγγλικά και οι άλλοι σερβικά κι όμως καταλαβαινόμαστε!

Αφού τους ευχαρίστησα για την φιλοξενία, τους αποχαιρέτησα συνεχίζοντας τον μοναχικό μου δρόμο. To ηλίθιο μηχάνημα, μου κάνει πάλι νούμερα και στην Kusrsumlija σταματώ σ’ ένα καφενείο να μου πουν από πού θα πάω για Davolja Varos.

Kινούμαι στον Ε80-25, πάρα πολύ κοντά στα σύνορα με το Κόσοβο. Ο δρόμος είναι από τους πιο άθλιους που έχω οδηγήσει. Mοιάζει σαν να έχει αφεθεί στο έλεος του χρόνου, σαν να έχει χρόνια να συντηρηθεί. Πάρα πολλά μπαλώματα, ανωμαλίες και λακκούβες έτοιμες να σε καταπιούν. Τα λεωφορεία που περνάνε από εκεί, ελαττώνουν ταχύτητα και πηγαίνουν ζιγκ-ζαγκ προκειμένου να τις αποφύγουν.

O χρόνος μοιάζει σαν να σταμάτησε σε περασμένες δεκαετίες, καθώς βλέπω τη φτωχική πλευρά της Σερβίας. Μιας χώρας που εξουθενώθηκε όσο καμιά άλλη με το απάνθρωπο εμπάργκο που τις επέβαλαν οι Δυτικοί κατά τη διάρκεια των πολέμων της Γιουγκοσλαβίας. Εμπάργκο στα τρόφιμα, στα φάρμακα και σε άλλα είδη πρώτης ανάγκης, εξόντωσαν τον σερβικό λαό και τον οδήγησαν στην εξαθλίωση. Όμως ο σερβικός λαός είναι περήφανος και η Σερβία είναι μια πλούσια χώρα. Είναι μαθηματικά βέβαιο πως θα ορθοποδήσει κάποια στιγμή, ξαναβρίσκοντας την παλιά της αίγλη και το κύρος της στο διεθνές στερέωμα.

Ακολουθώ τις πινακίδες και στρίβω αριστερά για το αξιοθέατο, όπου κινούμαι σ’ έναν κάκιστης ποιότητας στενό δρόμο. Παρκάρω τη μοτοσυκλέτα μου απέναντι από κάτι μαγαζιά με σουβενίρ. Ένας μπάρμπας μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο, ο οποίος μοιάζει να είναι τύφλα στο μεθύσι με ρωτάει αν είμαι… Τσέχος! Του λέω ότι είμαι Έλληνας και κάτι λέει στη γλώσσα του, με τις γυναίκες στα μαγαζιά να γελούν δυνατά. Ποιος ξέρει τι μου είπε, αλλά ποιος τον γ@μεί τον μ@λ@κα, θα μου πεις…

Είναι ίσως ο πιο τραγικός τύπος που συνάντησα στην Σερβία. Σκέφτηκα να του απαντήσω κάτι σε στυλ “ίνα πέρδεις επί τοις όρχεσίν μου, παλαιοκίναιδε” όπως πιθανόν θα έλεγε κι ο Ζούραρις, αλλά μέχρι να κάνω τη μετάφραση από τα αρχαία στα νέα ελληνικά και ακολούθως στα αγγλικά και στα σερβικά, τότε καληνύχτα…

Πληρώνω την είσοδο και αφήνω εκεί τα πράγματά μου. Εκεί υπάρχει εστιατόριο-αναψυκτήριο.


Περπατώ στο δάσος όπου εκεί υπάρχουν κάποια ξύλινα αγάλματα δίνοντας μια άλλη αίσθηση στο περιβάλλον.

Μετά από λίγο πρέπει να ανεβώ πολλά ξύλινα σκαλοπάτια προκειμένου να δω το αξιοθέατο. Η απότομη όψη τους θα καταβάλλει φιλότιμη προσπάθεια προκειμένου να μου ρίξει το ηθικό, αλλά μάταια. Βλέπεις, η ανάμνηση της ανάβασης του φρουρίου της Kotor, κάνει όλες τις αναβάσεις να φαντάζουν παιχνιδάκι…

Στο σημείο αυτό παραθέτω ένα απόσπασμα από τους συγγραφείς Γιώργο Στάμκο και Μιλίτσα Κοσάνοβιτς και το βιβλίο τους Στοιχειωμένα Βαλκάνια, για το Davolja Varos:

Εκεί, στην πλαγιά του όρους Ράνταν, τριάντα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά από την πόλη Κουρσούμλια, βρίσκεται το φαράγγι Zuti Potok (Κίτρινο Ρέμα), που αν το ακολουθήσετε, θα συναντήσετε σε υψόμετρο 660 – 700 μέτρων ένα πολύ σπάνιο μνημείο της Φύσης, το οποίο αποτελείται από 202 «πυραμίδες», που έχουν διαμορφωθεί από τη διάβρωση της γης. Οι «πυραμίδες» αυτές έχουν ύψος 2 έως 15 μέτρα και πλάτος 0,5 ως 3 μέτρα και βρίσκονται σε δυο λαγκάδια: στο Tζάβολια (του Διαβολου) και στο Πάκλενα (της Κολάσεως). Το κύριο χαρακτηριστικό του «Χωριού του Διαβόλου» είναι αυτές οι παράξενες κολόνες, πύργοι ή πυραμίδες, που στις κορυφές έχουν κάτι σαν πέτρινα καπέλα και κεφάλια.

Ο θρύλος μας διδάσκει πως κάποτε, κατά τη Ρωμαϊκή Εποχή, υπήρχε εκεί ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος που είχε μια κόρη. Αυτή ήταν ερωτευμένη με κάποιον που δεν τον ήθελε ο πατέρας της, γιατί δεν τον θεωρούσε αρκετά άξιο για την κόρη του. Η νέα κοπέλα ήταν όμως αποφασισμένη να μην παντρευτεί κάποιον ξένο κι εφόσον δεν μπόρεσε να παντρευτεί τον άνδρα που αγαπούσε, αποφάσισε να παντρευτεί τουλάχιστον τον αδελφό της. Όταν τελικά έγινε ο γάμος, σύμφωνα με τον θρύλο, και οι καλεσμένοι έφτασαν στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, τότε ξαφνικά πέτρωσαν όλοι! Ακόμη και σήμερα ψιθυρίζεται ότι τις νύχτες οι πετρωμένοι καλεσμένοι χορεύουν, ότι ακούγεται κάποια παράξενη μουσική, αλλά μόλις πλησιάζει κανείς λίγο πιο κοντά, όλα σταματούν. Στην πραγματικότητα, αυτές οι κολόνες ή πυραμίδες, όπως θέλετε, κινούνται, μειώνονται κι εξαφανίζονται, και αυτό αποτελεί ένα πολύ σπάνιο γεωλογικό φαινόμενο. Είναι τοποθετημένες σε ομάδες με κοινή βάση, αλλά υπάρχουν και μεμονωμένες πυραμίδες.

Οι ειδικοί λένε πως αυτές οι πυραμίδες είναι αποτέλεσμα των βροχοπτώσεων κατά τα τελευταία εκατομμύρια χρόνια. Το «Χωριό του Διαβόλου» είναι επίσης γνωστό για τα εξαιρετικά νερά του, που αναβλύζουν από κόκκινες πηγές, γιατί εκεί το νερό βγαίνει μέσα από το κόκκινο χώμα. Στις δυο λίμνες, που δημιουργήθηκαν από τις πηγές, δεν υπάρχουν ψάρια, γιατί το νερό είναι υπερβολικά πλούσιο σε σίδηρο και θείο.


Συνεχίζω μ’ ένα απόσπασμα από το ίδιο βιβλίο, σχετικά με τα περίεργα που συμβαίνουν, όχι στο Davolja Varos, αλλά στην ευρύτερη περιοχή του όρους Radan, τα οποία είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα:

Δεν είναι όμως μόνον η παράξενη γεωλογική σύσταση της περιοχής που προκαλεί το ενδιαφέρον των ερευνητών. Tο παράξενο στο όρος Ράνταν είναι γνωστό και για τα περίεργα αντιβαρυτικά φαινόμενα που λάμβαναν χώρα εκεί, πρόκειται δηλαδή για την «Πεντέλη» της Σερβίας!

Οι λιγοστοί ταξιδιώτες που επιχειρούν την ανάβαση σε αυτό το μυστηριώδες όρος γίνονται συχνά μάρτυρες της δράσης μιας πολύς παράξενης δύναμης, που έλκει σχεδόν τα πάντα προς την κορυφή του βουνού! Αυτή η δύναμη δείχνει να προτιμά συγκεκριμένα σημεία της διαδρομής, όπου όσοι έχουν ευαίσθητα νεύρα αισθάνονται ένα περίεργο μούδιασμα, ακόμη και ζαλάδες. Ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που εγκαταλείπουν έντρομοι την προσπάθεια της ανάβασης. Υπάρχουν μάλιστα σημεία στον ανηφορικό δρόμο όπου αν σβήσει κανείς τη μηχανή του αυτοκινήτου του, βγάλει ταχύτητα κι αφήσει το χειρόφρενο, το αυτοκίνητο, αντί να κυλήσει προς τα πίσω, τραβάει μόνο του προς την κορυφή του βουνού!

Ενδιαφέρον είναι ότι σε αυτό το σημείο και η βελόνα της πυξίδας μετακινείται μόνη της κατά 65 μοίρες. Το πιο απίστευτο όμως είναι ότι αν ρίξει κανείς στο σημείο αυτό νερό στο έδαφος, αυτό, αντί να κυλήσει όπως είναι φυσιολογικό προς τα κάτω, αψηφώντας τους νόμους της βαρύτητας τραβάει προς τα πάνω!

Για τα περίεργα φαινόμενα του όρους Ράνταν, γνωστά εδώ και δεκαετίες στους Σέρβους ερευνητές, ενδιαφέρθηκαν, σύμφωνα με τον πρώην διευθυντή του Ράνταν Τουρς Β. Κάραζιτς και ορισμένοι στρατιωτικοί των δυνάμεων του ΝΑΤΟ, που από το 1999 σταθμεύουν στο γειτονικό Κόσοβο. Αιτία ήταν η μεγάλη σύγχυση που προκλήθηκε μεταξύ των ειδικών του ΝΑΤΟ κατά τις προετοιμασίες για την επιχείρηση απαγόρευσης των πτήσεων πάνω από τον εναέριο χώρο της Βοσνίας. Αυτή η σύγχυση οφειλόταν στα ανεξήγητα «χρυσά σημεία» που εμφανίστηκαν (χωρίς να εξαφανιστούν) στις δορυφορικές φωτογραφίες της περιοχής του όρους Ράνταν.


Φτάνω στο ψηλότερο σημείο και χαζεύω το τοπίο. Εκεί υπάρχει μια ξύλινη εξέδρα, η οποία έχει καταληφθεί από δυο μάλλον Αγγλίδες, μαμά και κόρη που φωτογραφίζουν η μία την άλλη. Θέλω να πάω σ’ αυτό το σημείο, το οποίο είναι μια μικρή ξύλινη εξέδρα που χωράει το πολύ δυο άτομα, αλλά αυτές δεν το κουνούν ρούπι από εκεί. Μα το θεό ρε δικέ μου, είμαι 20 λεπτά εκεί κι αυτές δεν έχουν ξεκουνήσει λες και είναι δική τους η εξέδρα.

Εκνευρίζομαι και αφού ψέλλισα κάτι γαλλικά με πιάνο, αρχίζω να κατεβαίνω από το βουνό, περνώντας από άλλο μονοπάτι. Εκεί βλέπω το ξύλινο εκκλησάκι του Αγίου Σάββα, στο οποίο θα κάνω μια μικρή στάση.


H ανάβαση για το Davolja Varos, διαρκεί περίπου 40 λεπτά. Εγώ έκανα περίπου 1 ώρα το ανέβα-κατέβα. Το κομμάτι που ανεβαίνεις τις ξύλινες σκάλες, οφείλω να ομολογήσω ότι με ξέκανε. Επίσης, λόγω του υψομέτρου, η θερμοκρασία είναι πιο χαμηλή.

Μετά από λίγα λεπτά, είμαι πάνω στη μοτοσυκλέτα και την κάνω για την Nis. Ξαναοδηγώ στον ίδιο δρόμο, ο οποίος περνάει από μικρά χωριουδάκια.

Εν συνεχεία οδηγώ ξανά στον κεντρικό-καρμανόλια, όπου μετά από αρκετά χιλιόμετρα, η κατάσταση του δρόμου βελτιώνεται αισθητά. Τα χιλιόμετρα μέχρι την Nis είναι διαδικαστικά και φεύγουν εύκολα.

Το GPS με οδηγεί χωρίς παρατράγουδα στην διεύθυνση που του εισήγαγα. Με το που κατεβαίνω από τη μοτοσυκλέτα, με πλησιάζει ο ιδιοκτήτης και μου λέει:

– Are you from Greece?

Μένω άναυδος! Πρώτη φορά μου τυχαίνει να αναγνωρίζει κάποιος την εθνικότητά του, χωρίς να δει κάτι που να την μαρτυρά! Μόλις γνώρισα τον Nenad, Σέρβος ο οποίος έζησε το 1993 στο Άργος και το 1996 στην Κρήτη όπου και δούλευε σ’ ένα ξενοδοχείο στον Λιμένα Χερσονήσου. Και για το λόγο λοιπόν αυτό, μπορεί να αναγνωρίσει έναν Έλληνα από χιλιόμετρα μακριά! Ε, δεν χρειάζεται να αναφέρω καν, πως από την πρώτη στιγμή γίναμε κολλητοί.

Φαίνεται απλό, αλλά είναι πολύ μεγάλη υπόθεση να γνωρίζεις έναν άνθρωπο που από την πρώτη στιγμή σας διακατέχει αμοιβαία εκτίμηση. Κοινό μας σημείο η χώρα μου, η Ελλάδα. Αλλά και η Σερβία, μια “ξένη” χώρα που τόσο αγάπησα.

Ο ξενώνας είναι πανέμορφος, μοντέρνος και περιποιημένος. Μάλιστα έχει και μεγάλο υπόγειο γκαράζ! Αφού έκανα ντους και τακτοποίησα τα πράγματά μου, αποσπώ πληροφορίες από τον Nenad για την Nis και ξεχύνομαι στους δρόμους για να την γνωρίσω.

Η Nis (ή Ναϊσσός) είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Σερβίας, μετά το Βελιγράδι και το Novi Sad και διαρρέεται από τον ποταμό Nisava. Σ’ αυτήν γεννήθηκε ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α’ αλλά και ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ιουστίνος Α’ (μπάρμπας του Ιουστινιανού). Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, οχυρώθηκε προκειμένου να αντιμετωπίσει τις σλαβικές επιδρομές από τον βορρά.

Η Nis, αποτελεί έναν σημαντικό οδικό κόμβο της βαλκανικής χερσονήσου, καθώς εκεί διασταυρώνονται τρεις από τους σημαντικότερους άξονες. Φυσικά, ο σαξοφωνίστας Βασιλάκης στην ύστατη προσπάθειά του να ξεπλύνει τον λεκέ από τα ρούχα της Μόνικας, δεν έχασε ευκαιρία να την βομβαρδίσει το 1999. Δυστυχώς η γεωγραφική θέση της Σερβίας, την καθιστά ως το γεωπολυτικό θύμα της Βαλκανικής.


Ο μικρός οβελίσκος, συμβολίζει τη συμμαχία του Σέρβου ηγεμόνα και ιδρυτή του σερβικού κράτους Stefan Nemanja με τον Γερμανό Αυτοκράτορα Κaiser Fridrih Ι. Barbarosa, η οποία επιτεύχθηκε στην Nis, στις 27 Ιουλίου 1189, όταν ο πρώτος ήταν σε πόλεμο με το Βυζάντιο και ο δεύτερος είχε ξεκινήσει σταυροφορία στην Ιερουσαλήμ.

Δίπλα στον οβελίσκο, βρίσκεται ένα μνημείο για τους νεκρούς άμαχους πολίτες της Nis, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των νατοϊκών βομβαρδισμών, οι οποίοι άρχισαν στις 24 Μαρτίου 1999. Ιδού, τι κατάφεραν οι “υπερασπιστές της παγκόσμιας ειρήνης” που με τόσο κυνισμό και απανθρωπιά βάφτισαν τους νεκρούς άμαχους ως “παράπλευρες απώλειες”…

Φτάνοντας στο κέντρο της μπαίνω στο κάστρο, όπου έχει πολλά τουριστικά μαγαζιά και ένα μεγάλο πάρκο, ιδανικό για περίπατο.


Λογικά είναι βογομιλικοί τάφοι.

Βγαίνοντας από το κάστρο περνώ τη γέφυρα και βρίσκομαι στον κεντρικό πεζόδρομο της Nis, ο οποίος είναι τεράστιος.


Στη Nis γίνεται χαμός από κόσμο που πάει κι έρχεται. Αξέχαστη θα μου μείνει μια στιγμή όταν είδα μια παρέα νεαρών να επιστρέφει από αγώνα μπάσκετ. Ο ένας από αυτούς φορούσε την εμφάνιση του Δημήτρη Διαμαντίδη με τα χρώματα του Παναθηναϊκού! Γαυράκια, είμαστε Ευρωπαίοι λέμε…

Αφού έφαγα μια παραδοσιακή pljeskavica, χτύπησα κι ένα παγωτό στο χέρι, πηγαίνω σε μια από τις καφετέριες του κάστρου για να πιω μια μπύρα.


Η Nis δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε ιδιαίτερα, όπως το Βελιγράδι ή το Novi Sad. Όμως έξι ημέρες τώρα σ’ αυτή τη χώρα, έχω καταλάβει πως, σε όποια γωνιά της Σερβίας και να βρίσκομαι, είναι υπέροχα. Αναπνέω άλλον αέρα σ’ αυτή τη χώρα, ρε παιδί μου. Αισθάνομαι γαλήνια σε όποιο σημείο της κι αν βρεθώ…

H Nis μπορεί να μην είναι τόσο φαντεζί, όμως αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πόλη με πλούσια πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά. Ο χρόνος και συνάμα η συσσωρευμένη σωματική κούραση των ημερών, δεν θα μου επιτρέψουν να της αφιερώσω το χρόνο που θα της άξιζε. Επιφυλάσσομαι για την επόμενη φορά που θα με βγάλει από εκεί ο δρόμος…


To μνημείο του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α’, ο οποίος γεννήθηκε στην Nis.


Επιστρέφω στον ξενώνα όπου στην αυλή του βρίσκεται ο Nenad, μαζί με έναν Ιάπωνα και πιάνουμε την κουβέντα. Αργότερα ο Ιάπωνας θα πάει για ύπνο κι εγώ με τον Nenad έχουμε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Ο Nenad πέραν από πολύ φιλόξενος άνθρωπος (όπως οι περισσότεροι Σέρβοι) είναι ένας ευχάριστος συνομιλητής. Το κατάλαβα από τα τόσα ενδιαφέροντα πράγματα μου είπε τόσο για την Σερβία, όσο και για τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Άνθρωπος καλλιεργημένος και με χιούμορ, σου ανοίγει με τη μία τη σκέψη του και σου λέει πράγματα που μόνο από ντόπιους μπορείς ν’ ακούσεις. Τα λέμε μέχρι και λίγο μετά τα μεσάνυχτα όπου θα πάω για ύπνο. Το δωμάτιο θα το μοιραστώ μαζί με δυο Ιάπωνες κι έναν Βούλγαρο.

Δυστυχώς σήμερα είναι το τελευταίο μου βράδυ στην Σερβία. Αύριο θα της πω αντίο και δεν μου κάνει καρδιά…

Laku noc!

Έξοδα – Σημειώσεις:

Βενζίνη: –
Διαμονή: Aurora Hostel Nis (10 €)
Εισιτήρια: Davolja Varos (2,90 €)
Λοιπά: 5,50 €
Σύνολο: 18,40 €
Γενικό Σύνολο: 1.021,70 €

« Προηγούμενη Σελίδα Επόμενη Σελίδα »
Σελίδες: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28
Μπορείτε να ακολουθήσετε τις απαντήσεις σε αυτή την καταχώρηση μέσω RSS 2.0 feed.You can skip to the end and leave a response. Pinging is currently not allowed.
8 Σχόλια
  1. Stavros Kokotsakis says:

    Γιγαντα Μερκουρη, ετσι π τα λες σαν να ηρθα και γω μαζι. Ενα μπραβο σε ολους εδω στο site καθως βαζετε και σε αλλους το μικροβιο του ταξιδιου με το μηχανακι.Ετσι και γω το τολμησα φετος το καλοκαιρι 1η φορα.Σερβια παιδια, οπως ακριβως τα λεει ο Μερκουρης.. Να σαι καλα φιλε.

    • Mερκούρης says:

      Xαίρομαι που προσβλήθηκες από αυτό το μικρόβιο, φίλε Σταύρο. Και τώρα που έκανες την αρχή, σου εύχομαι να το ξανατολμήσεις αμέτρητες φορές …

  2. Κωστας φιλιππου says:

    Ακομα ενα ευχαριστο ταξιδι διαδυκτιακε φιλε Μερκουρη .θα ερθω χανια την παρασκευη για μια βδομαδα εαν μπορεις κερναω καφε να γνωριμια.

    • Mερκούρης says:

      Φίλε Κώστα, με πέτυχες σε φάση που τρέχω πανικόβλητος από το πρωί ως το βράδυ. Μένω στο Ηράκλειο και το κόβω εξαιρετικά δύσκολο να πεταχτώ στα Χανιά, ιδίως αυτή την περίοδο. Αν καταφέρω να ξεκλέψω αρκετό χρόνο, θα επιδιώξω να συναντηθούμε. Κι αν συναντηθούμε, ο καφές θα είναι κερασμένος από ‘μενα!
      Στείλε μου σε παρακαλώ το τηλέφωνό σου, στο kipreosms@yahoo.gr.

  3. Tasos Ananiadis says:

    Φίλε μας ταξίδεψες πάλι σε όμορφες γωνιές του πλανήτη και του μυαλού
    και σε ευχαριστώ πολύ για αυτό!

  4. Československo says:

    Μία μικρή διόρθωση το Cetinje προφέρετε Τσετινιε διότι n+j = νιε δηλαδή nja= νια. Όσο για την Λατινική γραφή δεν αποτελούσε ποτέ γραφή του Μαυροβουνίου ιστορικά, μόνο τα Κυριλλικά ήταν η μία και μόνη ιστορική γραφή. Θεωρήθηκε παράλογο που μετά την ανεξαρτησία δεν κράτησε η χώρα το Κιριλλικό αλφάβητο αλλά το λατινικό ,ένα ζήτημα το οποίο αποτελεί πεδίο διαμάχης μέχρι και σήμερα μεταξύ των Μαυροβουνίων, όπως παράλογο είναι που δεν ξαναέκοψαν το παλιό ιστορικό τους νόμισμα την “Περπέρα”. Κανονικά είναι Црна Гора.

Το σχόλιο σας