Ημέρα 6η
13 Αυγούστου 2024
Jispa – Padum (χλμ. 185)
Πάνω απ’ τα σύννεφα…
Ο πρώτος ύπνος σε μη συνηθισμένο για νησιώτη υψόμετρο δεν ήταν και ο καλύτερος. Και το πεντέμισι το πρωί εγερτήριο, ούτε περίπολο στον στρατό να είχα…

Ευτυχώς ο καιρός είναι ανοιχτός και σήμερα, και παρ’ όλη την ταλαιπωρία, η διάθεση είναι στα ύψη.
Τρώμε πρωινό και στις 7:00 ακριβώς πατάμε μίζα, ακολουθώντας μια υπέροχη, δροσερή —λόγω της ώρας— διαδρομή.
Μερικά χιλιόμετρα πριν το σημείο που έχει κλείσει ο δρόμος, υπάρχει ένα τσεκ πόιντ, όπου και φτάνουμε λίγο πριν τις 8:00.

Τα νέα δυστυχώς δεν είναι ευχάριστα. Χθες αργά το βράδυ είχε βγει νέα ανακοίνωση —την οποία φυσικά δεν είδαμε γιατί κάναμε νανάκια— ότι οι εργασίες θα συνεχιστούν το πρωί και ο δρόμος θα δοθεί στην κυκλοφορία στις 12 το μεσημέρι.
Μην έχοντας άλλη επιλογή, ο Φρανσουά μας οδηγεί σε κάτι όμορφα χωμάτινα μονοπάτια στην γύρω περιοχή για να ροκανίσουμε τον χρόνο της αναμονής.





Ο δρόμος ανοίγει στις 12:00 ακριβώς και καταφέρνουμε να φύγουμε πρώτοι από όλους, αφήνοντας πίσω μας μια τεράστια ουρά από αυτοκίνητα και φορτηγά.

Μπροστά μας είναι ένα από τα πιο διάσημα ορεινά περάσματα της περιοχής, το Shingo La, το οποίο είναι λίγο πάνω από τα 5.000 μέτρα… 5.050 για την ακρίβεια.
Σε κάποια σημεία ο δρόμος είναι σε κακά χάλια, σε σημείο που μας προβληματίζει αν μπορούμε να τον διασχίσουμε.

Τα Himalayan όμως αποδεικνύονται τα κατάλληλα εργαλεία, ξεπερνώντας τα εμπόδια με σχετική ευκολία, κάνοντάς μας να φαινόμαστε μάγκες.
Φτάνουμε στο σημείο που είχε κλείσει ο δρόμος, όπου η δύναμη της φύσης έχει παρασύρει μία γέφυρα!

Για να συνεχίσουμε, θα πρέπει να διασχίσουμε ένα ποτάμι που έχει μισοκαταπιεί τον υποτιθέμενο δρόμο, το οποίο στα μάτια μου δείχνει πολύ πιο τρομακτικό απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα.


Το εγχείρημα στέφεται με επιτυχία από όλους μας και συνεχίζουμε την ανάβασή μας προς την κορυφή του περάσματος.
Όσο ανεβαίνει το υψόμετρο, τόσο πέφτει και η απόδοση των μικρών κινητήρων μας. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πριν την κορυφή, η πρώτη έσκαγε και μόλις βάζαμε δευτέρα το μηχανάκι γονάτιζε…

Φτάνουμε στην πρώτη ψηλή κορυφή του οδοιπορικού μας, στο Shingo La, αλλά η παραμονή μας εκεί θα είναι πολύ σύντομη.

Ο Φρανσουά θέλει να φύγουμε γρήγορα, και έχει δίκιο, καθώς δεν έχουμε συνηθίσει ακόμα σε αυτά τα υψόμετρα και μπορεί ανά πάσα στιγμή να μας πιάσει η νόσος του υψομέτρου και να τελειώσει άδοξα ένα ταξίδι που μόλις ξεκίνησε.


Και δεν έχει άδικο. Το πρωί ξυπνήσαμε στα 3.300 και τώρα είμαστε στα 5.050, με μια ελαφριά ζαλάδα και εμφανή δυσκολία στην αναπνοή.

Κάθοδος λοιπόν προς την κοιλάδα του Zanskar, χωρίς να είμαι σίγουρος αν η ανάσα μου έχει κοπεί από το τοπίο ή από την έλλειψη οξυγόνου.

Στην πορεία μας συναντάμε το επιβλητικό Gumbok Rangan, το οποίο θεωρείται το βουνό του θεού από τους ντόπιους κατοίκους που ασκούν τον Θιβετιανό Βουδισμό.

Το όνομα μεταφράζεται ως «Θρόνος του Γκόνμπο», καθώς πιστεύεται από τους ντόπιους και τους προσκυνητές ότι είναι η κατοικία του Γκόνμπο, μιας μετενσάρκωσης της βουδιστικής θεότητας Μαχακάλα.

Η κορυφή του βουνού βρίσκεται στα 5.500μ ενώ εμείς αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε περίπου 1.000 μέτρα πιο χαμηλά.
Η διαδρομή μέσα στην κοιλάδα είναι απλά καταπληκτική, με απίστευτες εναλλαγές στο σκηνικό που μας περιβάλλει. Ο δρόμος είναι πρόσφατα ασφαλτοστρωμένος και απολαυστικός, αλλά σε κρατάει σε εγρήγορση καθώς η φρεσκοστρωμένη άσφαλτος διακόπτεται συχνά-πυκνά από μικρά χωμάτινα, κακοτράχαλα κομμάτια.

Προσπαθώ να καταλάβω τον λόγο που γίνεται αυτό και σύντομα συνειδητοποιώ ότι τα κακοτράχαλα αυτά κομμάτια τα διασχίζει κάποιο ποτάμι που κατεβαίνει από το βουνό. Και καθώς οι εργασίες για να περάσει το ποτάμι κάτω από τον δρόμο δεν έχουν ολοκληρωθεί, προτίμησαν να αφήσουν το έργο ημιτελές.
Αρκετά χιλιόμετρα πιο κάτω κάνουμε μια στάση σε ένα —τρόπος του λέγειν— εστιατόριο για το καθιερωμένο ρύζι, συνοδεία με ταμπάσκο μάλλον. Δεν δοκίμασα, αλλά μάλλον ταμπάσκο ήταν, αν κρίνω από τις εκφράσεις των συνταξιδιωτών μου…

Για πλάκα μετράμε το οξυγόνο μας και όλοι κυμαινόμαστε στο 84 με 86%! Αν ήταν εποχή COVID, θα μας είχαν σίγουρα διασωληνώσει…
Το μπρέικ τελειώνει και επιστρέφουμε στον δρόμο, διασχίζοντας την πανέμορφη κοιλάδα Lungnak.

Λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω αφήνουμε τον κεντρικό δρόμο και ακολουθούμε έναν μικρότερο, ο οποίος «γλείφει» τη δεξιά όχθη του ποταμού Kurgiakh.

Κάνουμε μια στάση για να ρίξουμε μια ματιά στο χωριό Testa. Ένα παραδοσιακό χωριό το οποίο έχει μείνει ανέγγιχτο από τον τουρισμό, αν και βρίσκεται πάνω στο γνωστό πεζοπορικό μονοπάτι που ξεκινάει από την Darcha και καταλήγει στο Padum.

Εδώ, όπως και σε πολλά χωριά που συναντήσαμε, δεν κάνουν το σκατό τους παξιμάδι αλλά το αποξεραίνουν στον ήλιο και το χρησιμοποιούν ως οικοδομικό υλικό!


Ο τρομερός αυτός πιτσιρικάς μας ακολούθησε σε όλη μας την πορεία μέσα στο χωριό.
Η συνέχεια της διαδρομής είναι εκπληκτική. Μια φιδίσια διαδρομή, αρχικά στην αριστερή όχθη του ποταμού Tsarap.







Και στη συνέχεια περνάμε στη δεξιά του όχθη, σε μια χωμάτινη, μες στη σκόνη, διαδρομή.

Κάπου στο χωματόδρομο ο Μαξίμ έχασε τα αδιάβροχά του και καθώς περιμέναμε μπας και τα βρει, κατάφερα να κάνω ένα φοβερό ντόμινο ρίχνοντας τη δική μου και άλλες δύο μοτοσυκλέτες. Τα αδιάβροχα τελικά δεν βρέθηκαν και το ντόμινο ήταν χωρίς ζημιές, οπότε συνεχίζουμε για να καλύψουμε τα τελευταία χιλιόμετρα που μας χωρίζουν από τον τελικό μας προορισμό.

Λίγο πριν το Padum, περνάμε δίπλα από το Βουδιστικό μοναστήρι Bardan, το οποίο είναι κτισμένο πάνω σε έναν βράχο. Δυστυχώς η ώρα είναι περασμένη και το μοναστήρι είναι κλειστό, και έτσι αρκούμαστε μόνο σε μια εξωτερική ματιά.


Στο Padum γίνεται κυριολεκτικά χαμός, και μετά από τόσες ώρες μακριά από τον «πολιτισμό», δεν μας κάθεται καλά. Το χωριό φαίνεται να είναι υπό γενική κατασκευή, με δεκάδες έργα στον δρόμο και ακόμα περισσότερα κτίρια υπό ανέγερση.

Ο τρόπος δε που σηκώνουν τα κτίρια, κάνει τον πολιτικό μηχανικό της παρέας, τον Νίκο, να σκίσει τα πτυχία του…

Φτάνουμε στο ξενοδοχείο, αρκετά αργά και φανερά ταλαιπωρημένοι. Το χαμόγελο όμως έχει ζωγραφιστεί στα χείλη μας και δεν πρόκειται να σβήσει εύκολα.
Τακτοποιούμαστε, μπανιαριζόμαστε και τραβάμε για φαγητό στο εστιατόριο του ξενοδοχείου.
Μετά από όλες τις «άγριες» εικόνες που συγκεντρώσαμε, κανείς μας δεν έχει όρεξη να εξερευνήσει την πόλη η οποία για να λέμε την αλήθεια, δεν μας έκανε κλικ. Προτιμούμε να πάμε για ύπνο, κρατώντας στη θύμησή μας τη μαγεία των ψηλών κορυφών των Ιμαλαίων.
| « Προηγούμενη Σελίδα | Επόμενη Σελίδα » |




