Οι μοτοσυκλέτες του σατανά

του Στέλιου Οικονομάκη
Μάιος 2008

Η θεία μου η Ευτέρπη έχει τις δικές της θεωρίες περί μοτοσυκλέτας. «Μηχανήματα του διαβόλου» τα ανεβάζει, «φέρετρα με κινητήρα» τα κατεβάζει. Το καρνέ της περιλαμβάνει και άλλα κοσμητικά επίθετα όπως «δίτροχες σκοτώστρες», «μαγνήτες του θανάτου», «ναρκωτικά με ρόδες», με κορυφαίο το «Μνημονογεμίστρες». Άμα έχει ο άνθρωπος φαντασία.

Η θεία δεν σταματάει εκεί. Έχει βαφτίσει οτιδήποτε κινείται γύρω απ’ το χώρο της μοτοσυκλέτας. Οι αντιπρόσωποι παρομοιάζονται με απεσταλμένους του σατανά που πωλούν τα μοτοσακά με αντάλλαγμα την ψυχή των αγοραστών. Τα αξεσουάρ της μοτοσυκλέτας ισούνται με τα λιβάνια και τα καντηλάκια που κοσμούν τους τάφους ενώ τα περιοδικά του χώρου και οι αγώνες μοτοσυκλέτας είναι μια καλή προπαγάνδα του 666.

Εγώ είμαι το απολωλό πρόβατο της οικογένειας. Ο μοναδικός της οικογενείας που παραστράτησε και έπεσε στους υποχθόνιους κύκλους της μοτοσυκλέτας. Κύκλοι, που είναι χειρότεροι και απ’ τα ναρκωτικά, όπως ισχυρίζεται η θεία. Αν πέσεις στην παγίδα της μοτοσυκλέτας δύσκολα ξεκολλάς. Δεν σ’ αφήνουν τα κυκλώματα λέει. Και συνεχίζει λέγοντας ότι το κράτος πρέπει να προνοήσει και να φτιάξει ιδρύματα για μοτοσυκλετομανείς για να μπορέσεις και εσύ -εγώ δηλαδή- παιδάκι μου να ορθοποδήσεις κάποια μέρα.

Έχοντας πέσει στα μοτοσακά -όπως λέμε έχοντας πέσει στα ναρκωτικά- από μικρή ηλικία, ομολογώ πως η θεία με είχε επηρεάσει αρνητικά. Προσπαθούσε να μου περάσει ότι το αυτοκίνητο είναι δημιούργημα του καλού Θεούλη φέρνοντας μου διάφορα περιοδικά αυτοκινήτου και βάζοντας με να παρακολουθώ τον «Ιππότη της ασφάλτου» το «Κατσαριδάκι αγάπη μου» και ότι άλλο μηχανοκίνητο φιλμάκι κυκλοφορούσε.

Τα λεγόμενα της θείας Ευτέρπης επιβεβαιώνονταν πλήρως με τις εικόνες που μάζευα καθημερινά. Έβλεπα τους μοτοσυκλετιστές να χαιρετιούνται μεταξύ τους και να βρίζουν τους αυτοκινητιστές. Έβλεπα τους τροχαίους να σταματάνε επιδεικτικά τους μη κρανοφόρους μοτοσυκλετιστές ενώ έκλειναν τα μάτια στο διερχόμενο αγροτικό που έσερνε το προφυλακτήρα του στην άσφαλτο και στο ξεσκέπαστο φορτηγό που άφηνε την πραμάτεια του καταμεσής της ασφάλτου.

Η αγάπη μου όμως για τη μοτοσυκλέτα ήταν υπεράνω όλων και η θεία Ευτέρπη δεν μπορούσε να το αντέξει αυτό. Μάζεψε τις δυο αδελφές -τη μάνα μου και τη θεία Μερόπη- και τις άρχισε το κήρυγμα. Δεν ήθελε και πολύ να τις πείσει ότι έχω παραστρατήσει και έχω πέσει στα μοτοσακά. Και όλες μαζί άρχισαν τις τελετές για να εξαγνίσουν τα κακά πνεύματα που με είχαν καταβάλει.
Οι ασκελετούρες, τα σπασμένα ρόγδια, τα σκόρδα και τα διάφορα άλλα ζαρζαβατικά που έβρισκα κάθε πρωί κρεμασμένα στην μοτοσυκλέτα μου, ήταν μέρος του ψυχρού πολέμου που μου είχαν ανοίξει. Όταν κοιμόμουν -έτσι νόμιζαν τουλάχιστον-, μαζεύονταν γύρω απ’ το κρεβάτι μου και λιβάνιζαν ψέλνοντας ύμνους προς στον Σουμάχερ, τον Νίκι Λάουντα και τον Καρλ Χάινς Ρουμενίγκερ. Τα μπέρδεψαν λίγο με τους πιλότους της F1 αλλά ποιος τους δίνει σημασία.
Σημασία είχε πως εγώ είχα χάσει τον ύπνο μου, το πρωί ήθελα ένα τέταρτο για να καθαρίσω τη μοτοσυκλέτα μου -η οποία έμοιαζε με πάγκο μανάβη της λαϊκής του Σαββάτου- και τα νεύρα μου ήταν τσατάλια. Άυπνος, κουρασμένος και νευριασμένος είχα αποκτήσει μια τραγική όψη την οποία σιγά μην και δεν εκμεταλλευόταν η θεία. «Σας το ‘πα εγώ», έλεγε στο συνδικάτο των αδελφών. «Κοιτάξτε τον πως κατάντησε από τα μοτοσακά, σαν ζόμπι. Είναι στο τελικό στάδιο της ασθένειας, ή κάνουμε κάτι ή τον χάνουμε».

Τον χάνουμε, τον χάνουμε. Είδα και απόειδα. Καβάλησα την μοτοσυκλέτα μου και έφυγα για μέρη ξένα. Και το ύπνο μου ξαναβρήκα και από την θεία Ευτέρπη γλίτωσα. Όσο αναφορά για την κόλαση, απ’ όπου κι αν περνώ με τη μοτοσυκλέτα μου, μοιάζει να ‘ναι παράδεισος.

Μπορείτε να ακολουθήσετε τις απαντήσεις σε αυτή την καταχώρηση μέσω RSS 2.0 feed. Μπορείτε να αφήσετε μια απάντηση, ή trackback από το δικό σας site.

Το σχόλιο σας