Ημέρα 8η
15 Αυγούστου 2024
Lamayuru – Leh (χλμ. 135)
Επιστροφή στον πολιτισμό
Μπορεί εμείς να χαλαρώσαμε και να ξεκουραστήκαμε αρκετά, ο κακομοίρης ο Ατούλ όμως —ο οποίος, για την ιστορία, ήταν πρώην μηχανικός στο εργοστάσιο της Royal Enfield— έκανε υπερωρίες. Μόνο χθες το απόγευμα άλλαξε τιμόνι, φλας και καθρέπτη και ίσιωσε τα προστατευτικά κάγκελα στη μοτοσυκλέτα του Μπράιαν. Επίσης, αντικατέστησε το σταντ του Αντώνη, καθώς είχε σπάσει η βάση του ελατηρίου, σουλούπωσε τις μικροζημιές στο μηχανάκι του Φρανσουά και ένα σωρό ακόμη που μου διαφεύγουν. Πραγματικό εργαλείο.
Μετά από δύο συνεχόμενες γεμάτες και κουραστικές μέρες, σήμερα το πλάνο είναι λίγο πιο χαλαρό. Αρχικά θα κινηθούμε παράλληλα με τον ποταμό Ινδό και στη συνέχεια θα ακολουθήσουμε μικρότερους επαρχιακούς δρόμους, ώστε να περάσουμε δύο ακόμη ορεινά περάσματα κοντά στα 3.500 μέτρα. Τελικός μας προορισμός είναι η μεγαλούπολη του Λε (Leh).
Αναχωρώντας από το Lamayuru ακολουθούμε έναν δευτερεύοντα δρόμο, ο οποίος κινείται λίγο ψηλότερα από τον κεντρικό και προσφέρει πανοραμική άποψη της περιοχής. Οι στάσεις είναι συχνές, καθώς το τοπίο πραγματικά δίνει τα ρέστα του…


Επιστρέφουμε στον κεντρικό δρόμο, ακολουθώντας τον ποταμό Ινδό, ο οποίος ευθύνεται για το όνομα της χώρας. Η διαδρομή περνά δίπλα από αρκετά στρατόπεδα, μιας και βρισκόμαστε σχετικά κοντά στα σύνορα με το Θιβέτ και την Κίνα.



Σύντομα, όμως, αφήνουμε ξανά τον κεντρικό δρόμο για να χαθούμε στους όμορφους επαρχιακούς δρόμους της περιοχής.
Κάνουμε στάση σε ένα παραδοσιακό σπίτι για να γνωρίσουμε τον τρόπο ζωής των ντόπιων. Ο ογδοντάχρονος Τίτι, πρώην δάσκαλος αγγλικών, μας εξηγεί τη ζωή στην περιοχή και μας ξεναγεί στο σπίτι του, δείχνοντάς μας τις αποθήκες αλλά και τον χώρο προσευχής —ένα δωμάτιο που υπάρχει σε όλα τα παραδοσιακά σπίτια της περιοχής.


Μας μιλά και μας δείχνει φωτογραφίες από τα ταξίδια του στη Γαλλία και στην Ελβετία, μιλώντας με απέραντη ευγνωμοσύνη για τους φίλους που τον προσκάλεσαν και του έδωσαν την ευκαιρία να γνωρίσει αυτές τις γωνιές του πλανήτη μας. Τα λόγια του, άθελά του φυσικά, με βάζουν σε σκέψεις: αυτό που εμείς θεωρούμε δεδομένο —το ταξίδι— για άλλους αποτελεί μια μορφή πολυτέλειας, και αν τελικά το καταφέρουν, οι εικόνες αυτές τούς συντροφεύουν για μια ζωή.


Ξενάγηση τέλος και επιστροφή στον δρόμο, με το τοπίο να αλλάζει δραματικά μόλις απομακρυνόμαστε λίγο από το χωριό. Το καταπράσινο μέχρι τώρα περιβάλλον αντικαθίσταται και πάλι από τους γυμνούς, επιβλητικούς βράχους των Ιμαλαΐων.

Η όμορφη διαδρομή σκαρφαλώνει διαδοχικά στο πέρασμα Tsermanchan, στα 3.882 μ., και στη συνέχεια στο Phobe, στα 3.614 μ.
Δεν σταματάω καν ούτε για φωτογραφία και, τώρα που το σκέφτομαι, το γιατί έχει πλάκα. Πριν από αυτό το ταξίδι, το ψηλότερο οδικό πέρασμα που είχα κάνει ήταν περίπου στα 3.300 μ., πάνω από το Γερεβάν της Αρμενίας. Και τώρα που “καβάλησα” τα ψηλά, σνομπάρω τα πασάκια στα 3.800. Ώρε κούνια που με κούναγε…
Επιστρέφουμε στον κεντρικό δρόμο και ακολουθούμε ατελείωτες ευθείες στα 3.500 μέτρα υψόμετρο, παρέα —φυσικά— με αχανή στρατόπεδα.

Στο χωριό Namma ο Φρανσουά μάς οδηγεί σε ένα εστιατόριο κρυμμένο μέσα σε μια μικρή όαση. Ο χρόνος δεν μας πιέζει και έτσι κάνουμε ένα μεγαλύτερο διάλειμμα, απολαμβάνοντας την ησυχία αλλά και τη δροσιά που επικρατεί στο μέρος.


Οι δέκα της παρέας γίνονται έντεκα, με την προσθήκη της κοπέλας του Φρανσουά, η οποία κατοικεί στο Λε — όπως και ο οδηγός μας. Η Σόφι, με το προσωπικό της Himalayan, θα μας κάνει παρέα μέχρι τον τελικό σημερινό μας προορισμό.
Καθώς διασχίζουμε τα στενά της πόλης, θυμάμαι τα λόγια του Τίτι από την ξενάγηση νωρίτερα, ο οποίος ανέφερε ότι στο παρελθόν κάθε σπίτι στο Λε είχε και το δικό του μποστάνι. Σήμερα, όμως, έχει μετατραπεί σε μια μεγαλούπολη που συνεχώς επεκτείνεται.

Φτάνουμε στο ξενοδοχείο και ξεφορτώνουμε πλήρως τις μοτοσυκλέτες μας, οι οποίες θα φορτωθούν σε φορτηγό για να τις ξανασυναντήσουμε σε μερικές μέρες. Ο λόγος; Στην επαρχία του Λαντάχ όπου βρισκόμαστε, υπάρχει ένας άτυπος νόμος που απαγορεύει την κυκλοφορία μοτοσυκλετών από άλλες επαρχίες. Έτσι, θα πρέπει να πάρουμε τοπικές μοτοσυκλέτες — κάτι που το γραφείο έχει ήδη κανονίσει, φυσικά.
Ο Ατούλ, για ακόμη μία φορά, θα επιβαρυνθεί με όλη τη διαδικασία, καθώς οι νέες μοτοσυκλέτες δεν είναι τόσο περιποιημένες όσο αυτές που είχαμε μέχρι τώρα. Φανταστείτε μόνο ότι στις 7 από τις 10 μοτοσυκλέτες του γκρουπ άλλαξε λάστιχα!
Εμείς τακτοποιούμαστε και βγαίνουμε να ρίξουμε μια ματιά στη μεγαλούπολη του Λε.

Στο κέντρο της πόλης υπάρχει ένας μεγάλος πεζόδρομος, όπου χτυπά ο παλμός της καθημερινής ζωής στο Λαντάχ. Ανάμεσα σε μικρά μαγαζιά, καφέ, πάγκους με χειροποίητα αντικείμενα και πολύχρωμες σημαίες προσευχής, ντόπιοι και ταξιδιώτες συναντιούνται σε ένα χαλαρό, σχεδόν διαλογιστικό περιβάλλον. Το υψόμετρο γίνεται αισθητό, όμως ο ρυθμός είναι ήρεμος και σε προσκαλεί να περπατήσεις αργά, να παρατηρήσεις και να προσαρμοστείς.



Αφού θα μείνουμε δύο μέρες εδώ, κάνουμε μια μικρή έρευνα για το τι αναμνηστικό θα πάρουμε πίσω μαζί μας στην πατρίδα. Η αναζήτηση, άλλωστε, μερικές φορές έχει πολλή πλάκα…

Το βραδάκι συγκεντρωνόμαστε όλοι σε ένα εστιατόριο με αρκετές ευρωπαϊκές επιρροές και, επιτέλους, μετά από αρκετές μέρες, νιώθω να γεμίζουν τα κενά του στομαχιού μου.
| « Προηγούμενη Σελίδα | Επόμενη Σελίδα » |




