Μαφία, Ταραντέλλα και Τσάι στη Σαχάρα


4-4-2010. Ημέρα 12η. «It’s the first day of the rest of your life»

Μετά από έναν πολύ μακρύ ύπνο στον καναπέ του καραβιού, μόλις δέσαμε στο λιμάνι της Πάτρας και κάνουμε ένα τελευταίο τσιγάρο με τον Δημήτρη στην πύλη του λιμανιού. Μετά από 12 μέρες και 3700 χλμ, εδώ οι δρόμοι μας χωρίζουν. Ο Δημήτρης πηγαίνει Ναύπλιο να συναντήσει την κοπέλα του, εγώ θα κινηθώ νότια με προορισμό την Πύλο για παραδοσιακό ελληνικό οβελία. Κυριακή του Πάσχα σήμερα, παραλίγο να το ξεχάσουμε!

port of patra

Τελευταία χειραψία με τον Δημήτρη. Άξιος συνταξιδιώτης! Άντε και στο επόμενο Μήτσε!

Αποχαιρετιόμαστε λοιπόν και πλέον κατηφορίζω μόνος στη δυτική πλευρά της Πελοποννήσου. Μάλλον όχι μόνος, δικάβαλο με μια λούτρινη καμήλα που πήρα από το λιμάνι της Τύνιδας. Που και που της πιέζω την κοιλιά κι ένα τυνησιακό σκυλοτράγουδο ακούγεται.

camel souvenir

Αυτό το camelback που λένε οι μηχανόβιοι είναι κάτι τέτοιο;

Οι εικόνες γύρω μου, αν και γνώριμες, δεν παύουν να μου προκαλούν και πάλι όμορφα συναισθήματα. Σταματάω κάθε λίγο για τσιγάρο και χαζεύω τη φορτωμένη μηχανή μου, μάλλον την καμαρώνω που με πήγε μέχρι εκεί που με πήγε. Ακόμα και με το ταλαιπωρημένο, τρύπιο ψυγείο της κατάφερε να με γυρίσει πίσω στην Ελλάδα χωρίς να βγάλει άχνα. Καβαλάω πάλι και μπαίνω σε χωριά στην τύχη, έτσι απλά για να δω πως είναι η πλατεία ενός άγνωστου και άσημου ελληνικού χωριού, έτσι απλά για να δω τα πρόσωπα των ελλήνων χωρικών, έτσι απλά να παρατείνω όσο μπορώ το ταξίδι. Το κλίμα γιορτινό, η μυρωδιά του σουβλιστού αρνιού διάχυτη και τα πρόσωπα αστραφτερά. Όλη η Ελλάδα γιορτάζει την άφιξη μας σκέφτομαι…

Δεν την σνομπάρω την Ελλάδα, αντιθέτως. Για μένα αυτό που έχει σημασία είναι η περιπλάνηση σε άγνωστα μέρη, σε μέρη που δεν έχω ξαναδεί, σε μέρη παραδοσιακά και απλά. Δεν είναι απαραίτητο να είναι όμορφα μέρη, το όμορφο είναι υποκειμενικό. Το διαφορετικό όμως πάντα με γοητεύει. Η Τυνησία για παράδειγμα είναι ο παράδεισος της κακογουστιάς. Απέχει τόσο από την αρμονία και την ομορφιά των ευρωπαϊκών πόλεων, που αυτή της η διαφορετικότητα, αυτή της η αντίθεση απέναντι στο συνηθισμένο, είναι εκείνη εντέλει που με μάγεψε. Έτσι και τώρα ρουφάω εικόνες από υποκειμενικά «άσχημα» χωριά του νομού Ηλείας, περνάω Αμαλιάδα, Πύργο και γουστάρω περισσότερο από τότε που οδηγούσα στο Μονακό ή στην Βουδαπέστη. Ίσως γιατί ταξιδεύω και μόνος πλέον, νιώθοντας ακόμα πιο ελεύθερος. Ο ήλιος καυτός για την εποχή και ψάχνω να βρω κάπου να πιω κάτι δροσερό. Κυριακή του Πάσχα σήμερα και τα καφενεία όλα κλειστά, κανείς δεν θα με περιμένει, οι δρόμοι θα ναι αδειανοί κι ο αέρας θα με παρασέρνει (κλεμμένο από Σαββόπουλο). Κάπου στη Ζαχάρω βρίσκω ανοιχτό καφενέ, εγώ κι ο καφετζής μόνο, ο οποίος με προειδοποιεί ότι σε καμιά ώρα θα το κλείσει για το καθιερωμένο γλέντι με την οικογένεια.

-Τι να σου φέρω;

-Παγωμένο νερό και ένα φραπεδάκι. Ή μάλλον… τσάι έχεις;

-Κρύο ε; Ροδάκινο και λεμόνι. Τι προτιμάς;

-Όχι, ζεστό.

Σηκώνει φρύδι, με κοιτά καλά-καλά και φεύγει κουνώντας απαξιωτικά το κεφάλι. Έπειτα από λίγο επιστρέφει με ένα κιτς πορσελάνινο φλιτζάνι, λες και είμαστε τίποτα φιλενάδες ξερωγώ και θα κάτσουμε να κουτσομπολέψουμε. Πίνω μια γουλιά. Άνοστη και νερουλιασμένη, δίχως τα γνώριμα αρώματα.

«Τι περίμενες δηλαδή», μονολογώ και ανάβω τσιγάρο.

Αισθήσεις και συναισθήματα, ένα μπλεγμένο κουβάρι. Άντε να τα βάλεις σε τάξη. Μπαίνει στη μέση και αυτό το «τελείωσε» του ταξιδιού, μπαίνει και το αναθεματισμένο ξυπνητήρι που θα σημάνει μεθαύριο την επιστροφή στην ίδια βαρετή δουλειά, στη γνώριμη ρουτίνα του μικρόκοσμού μου. «Εγκλεισμός», περνά για μια στιγμή απειλητικά η λέξη απ’ το μυαλό μου, όμως σχεδόν αμέσως καταπατείται από κάτι άλλο. Ένα συναίσθημα ανακούφισης, γαλήνης, πληρότητας και ευτυχίας, που όμοιό του δεν έχω ξανανιώσει. Οι θετικές σκέψεις στήνουν γιορτή μέσα μου και μπροστά απ’ τα μάτια περνούνε διάσπαρτες εικόνες: Τα χαμογελαστά πρόσωπα των Τυνήσιων και η απλόχερη βοήθειά τους. Ο επίμονος Μοχάμεντ, οι ντροπαλοί γκρεκάνοι, οι σκληραγωγημένοι Βέρβεροι, τα διαολοπιτσιρίκια της Kasserine. Οι φάτσες των παρεξηγημένων Σικελών και τα μαφιόζικα, σταυρωτά φιλιά του Νότου. Ο ύπνος στο βρωμερό παγκάκι και η πεντακάθαρη τρώγλη μας. Όλα τα βλέπω και τα νιώθω πάλι από την αρχή. Τα χωμάτινα χωριά, τη φτώχια, τη σκόνη, τις πραγματικές δυσκολίες της ζωής εκεί, την απλότητα και την αυθεντική ευτυχία. Την αίσθηση της δύναμης της φύσης φερμένη από την αμμοθύελλα στο Ksar Ghilane, να μαστιγώνει δέρμα, σώμα και μηχανές. Τη Σαχάρα. Απέραντη και μεγαλειώδης…

12 μέρες. 12 μέρες εικόνες και εμπειρίες που δε βρέθηκαν σε 31 χρόνια ζωής στην Αθήνα, χωρέσανε σε τούτο το ταξίδι. Ένα ταξίδι αρχικά συνώνυμο του φόβου, αυτού του γνώριμου που εμποδίζει εσένα, εμένα, τους άλλους, μέχρι να παρθεί η απόφαση. Μέχρι να βάλεις κατά μέρος όλα τα άγχη, τις φοβίες, τα λόγια των δικών σου, τις ανόητες ρατσιστικές προκαταλήψεις: θα σε κλέψουν, θα σε απαγάγουν, θα σε σφάξουν, είναι αγροίκοι εκεί κάτω. Μέχρι να σηκώσεις το κωλοδάχτυλο σ’ όλα αυτά και να πεις «Φύγαμε!»

Κι ο κίνδυνος; Δεν υπάρχει κίνδυνος σε τέτοιο ταξίδι; Υπάρχει. Παντού όμως υπάρχει ο κίνδυνος. Είναι ο ίδιος κίνδυνος με το παραπάνω ποτήρι αλκοόλ που θα πιεις απερίσκεπτα στο μπαρ κοντά στο σπίτι σου και μετά θα βγεις να οδηγήσεις. Είναι το κόκκινο που θα περάσεις βιαστικός, η μηχανή που θα αφήσεις ξεκλείδωτη έξω από την καφετέρια έτσι απλά χωρίς να απασχολήσεις το μυαλό σου ιδιαίτερα και χωρίς καν να αντιλαμβάνεσαι τον κίνδυνο. Είναι ακόμα και δύο παλαβοί που αποφάσισαν να ταξιδεύσουν άυπνοι και κουρασμένοι μες στη νύχτα με κατεύθυνση τον Τάραντα, η μοναδική πραγματική απειλή αυτού του ταξιδιού. Ο κίνδυνος είναι ο εαυτός μας.

Κι όλα τα άλλα μια απλή απόφαση. Αυτή που με οδήγησε στη Τυνησία, η ίδια που με ταξίδευσε τρία χρόνια αργότερα στο «αταξίδευτο» και «απόρθητο» Ιράκ. Αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία…

Και γιατί διάλεξατε την Τυνησία ρε Κακ; Είπαμε, η Αφρική ήταν το απωθημένο, το διαφορετικό που ήθελα να δω, να ζήσω. Κι ήταν κι ο «Uriah Heep» Βασίλης Μεταλληνός, με το οδοιπορικό του. Ήταν το μοναδικό οδοιπορικό που είχαμε διαβάσει από Τυνησία πριν ξεκινήσουμε και μας έκανε το κλικ το παραπάνω, αλλιώτικο από τα συνηθισμένα οδοιπορικά της Ευρώπης και έξω από τα τετριμμένα. Πιστέψαμε πως το είχαμε, δεν ήταν κάτι πολύ δύσκολο, δεν ήθελε ούτε πολλές μέρες, ούτε λεφτά, αλλά θα βλέπαμε κάτι πολύ διαφορετικό. Και κυρίως δεν ήταν Καζακσταν, ούτε Πακιστάν, δεν μας φαινόταν εξωπραγματικό για τα μέτρα μας. Επιβεβαιωθήκαμε με το παραπάνω.

Ένα άλλο οδοιπορικό που διαβάζαμε και σκεφτόμασταν εκείνο τον καιρό ήταν στην Νορβηγία. Κι αν ο απόλυτος μοτοσυκλετιστικός προορισμός θεωρείται από όλους το Nordkapp, συγγνώμη αλλά για μένα δεν είναι. Μην πέσετε να με φάτε, δεν θέλω σε καμία περίπτωση να σνομπάρω το ταξίδι στο Βόρειο Ακρωτήριο, σίγουρα είναι πολύ πιο δύσκολο, δεν ξέρω αν είμαι καν ικανός να το κάνω εξάλλου, οπότε θα ήταν ασέβεια να μιλήσω υποτιμητικά για τους θαρραλέους που το τόλμησαν. Αλλά τελικά και εκ των υστέρων υπογράφω ότι ναι, την σνομπάρω την Ευρώπη σας, σνομπάρω την ακρίβειά σας, σνομπάρω τα ωραία τοπία σας, σνομπάρω τα φιορδ, τον ήλιο του μεσονυχτίου σας και τα ανταλλάσσω για πλάκα με το αυθόρμητο χαμόγελο και τον ενθουσιασμό ενός μικρού Τυνήσιου που αντικρίζει για πρώτη φορά στη ζωή του μια μοτοσυκλέτα.

Και τι μένει απ’ όλα αυτά ρε Κακ; Τι μένει πέρα από τις ωραίες εικόνες, τις φωτογραφίες και τα κιτς σουβενίρ που κουβάλησες; Δεν θέλω να αναφερθώ στην εμπειρία, τη σοφία και άλλες βαρύγδουπες λέξεις που σου προσφέρει αυτό το είδος ταξιδιού. Ένα μόνο ταξίδι δεν σε κάνει σοφότερο εξάλλου.

Η στιγμή. Αυτό είναι που μένει. Τούτη η μοναδική στιγμή που ζω καθισμένος εδώ, στην αδιάφορη Ζαχάρω, πίνοντας καυτό, νερουλιασμένο τσάι με 25 βαθμούς. Τούτη η μαγική στιγμή, η οποία στα μάτια μου φαντάζει ομορφότερη από κείνη που πίναμε εξαντλημένοι όλα τα αρώματα της Αφρικής σε ένα μικρό γυάλινο ποτήρι, στα βάθη της Τυνησίας. Ειρωνεία;

Χαμογελώ γιατί μέσα μου ήδη έχω αρχίσει να καταλαβαίνω… Το ταξίδι τελείωσε τυπικά χτες στο Μπάρι. Κι όμως, εγώ ταξιδεύω ακόμα κι εδώ στον άχρωμο καφενέ. Όπως ακριβώς θα ταξιδεύσω με τη θύμησή μου και αύριο, μεθαύριο, σε ένα χρόνο, σε δέκα, στα ίδια ακριβώς αισθήματα, στις ίδιες πολύτιμες εικόνες και εμπειρίες, δημιουργώντας πάλι όμορφες στιγμές. Αυτή η στιγμή θα ξαναζωντανεύει διαρκώς, ξεγελώντας τη κλεισούρα του γραφείου, δίνοντας νόημα σε ένα βαρετό βράδυ Δευτέρας, βγάζοντας τη γλώσσα στη ρουτίνα της ζωής. Μια άλλη μαγική στιγμή, γέννημα αυτής εδώ, θα τραβήξει τη σκανδάλη στο δίλημμα της απόφασης για το επόμενο ταξίδι, που με τη σειρά του θα δημιουργήσει νέες στιγμές και άλλα πιο μακρινά ταξίδια, με τελικό ζητούμενο την πολυπόθητη εμπειρία, την περιπέτεια, τη γνώση, τη σοφία, και σίγουρα τη δημιουργία στιγμών. Είναι όλες αυτές οι στιγμές λοιπόν που μένουν και οι οποίες θα κάνουν τις 12 μέρες αυτού του ταξιδιού να κρατήσουν για πάντα. Ποιο Παρίσι, ποιο τουριστικό γραφείο και ποιο αεροπλάνο θα μπορούσε να μου δώσει αυτές τις στιγμές;

Χαλάλι λοιπόν! Χίλιες φορές όλα χαλάλι!

“-Τι έγινε ρε φίλε; Το ήπιες το τσάι σου να πάμε να φάμε κι εμείς καμιά πετσούλα;”

Απότομη η προσγείωση από τον καφετζή. Πάει η νιρβάνα…

Κοιτάζω σαστισμένος το μισοάδειο φλιτζάνι. Μπας κι έριξε τίποτα ο καφετζής στο τσάι; Όπα! Για στάσου! Που βρίσκομαι; Ξανακοιτάζω το χάρτη. Αχά! Αυτό είναι ρε συ! Πως δε το πήρα χαμπάρι νωρίτερα; Το τσάι! Για όλα φταίει το τσάι, το μαγικό αυτό τσάι! Τόσες φορές είχα ακούσει να το λεν’, αλλά δεν έδινα σημασία! «Τσάι στη Ζαχάρω!»


Γενικές πληροφορίες:

Συνολικό κόστος ταξιδιού: 980€/άτομο (τιμές 2010)
Εισιτήρια καραβιών: Τυνιδα-Παλέρμο+μηχανή χωρίς καμπίνα: 83 δηνάρια (~42€) 1-way
Φέρρυ Μποτ Ιταλία-Σικελία: 13€ (1-way)

Συνολικά χιλιόμετρα: ~3700km
Δρόμοι στην Τυνησία: Οι κεντρικοί δρόμοι είναι άψογοι. Το ίδιο και η εθνική οδός τους. Απο εκεί και πέρα οι πίστες στην άμμο είναι άφθονες, @@ να χεις να τις ακολουθήσεις.
Οδική σήμανση: Πολύ καλή, με εξαίρεση τους επαρχιακούς κοντά στα σύνορα με Αλγερία
Οδηγική συμπεριφορά Τυνήσιων: Επικίνδυνη αλλά συνηθίζεται μετά από λίγο
Αστυνομία: πολυ διακριτική η παρουσία της και φιλικότατοι σε όλους τους ελέγχους.
Ιδανική εποχή: Άνοιξη. Πολύ καλή θερμοκρασία για ταξίδι, με μόνη εξαίρεση τη Σαχάρα, όπου ο υδράργυρος ήταν γύρω στους 40°. Δεν θέλω να φανταστώ τι γίνεται το καλοκαίρι.
Επικοινωνία: Οι περισσότεροι Τυνήσιοι ξέρουν λίγα γαλλικά. Από αγγλικά δεν πολυσκαμπάζουν αλλά η νοηματική βοηθά κλασσικά.
Αλκοόλ: απαγορευμένο και δυσεύρετο στο νότο. Αν και είμαι στα όρια του αλκοολικού, δεν μου έλειψε στιγμή. Το ταξίδι με μεθούσε διαρκώς.

Οι τιμές για διαμονή, φαγητό και για βενζίνη σε όλη τη χώρα είναι πολύ χαμηλές. Υπολογίστε κάποια λίγα δηνάρια για φιλοδωρήματα σε ντόπιους που σας βοηθούν, το περιμένουν, μπορεί να το απαιτήσουν κιόλας.

Να είμαστε καλά να ταξιδεύουμε και να ταξιδεύουμε για να είμαστε καλά!

« Προηγούμενη Σελίδα

Σελίδες: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12
Μπορείτε να ακολουθήσετε τις απαντήσεις σε αυτή την καταχώρηση μέσω RSS 2.0 feed.You can skip to the end and leave a response. Pinging is currently not allowed.
3 Σχόλια

Το σχόλιο σας