Highland Riders


5 Αυγούστου, English Breakfast (my ass) (χλμ 260)
Το τρίτο σοκ έρχεται στο πρωινό και ακούει στο όνομα φουλ σκότις μπρέκφαστ. Αποτελείται (εκτός από τα κλασσικά αυγά, μπέικον και λουκάνικο) από ένα είδος μαύρου λουκάνικου ψημένο σε αίμα (Black pudding), εντόσθια αρνιού με διάφορα καρυκεύματα (Haggis) και κάτι πίτες από σκόνη πατάτας (Tattie scones). Επίσης περιλαμβάνει ψητές ντομάτες, φασόλια και ένα είδος δημητριακών βρώμης (Porridge) το οποίο σερβίρεται ζεστό. Ήταν από τις λίγες φορές στα ταξίδια μου που σηκωνόμουνα από το πρωινό πεινασμένος…

Εγώ πάλι ρε παιδιά σηκωνόμουνα από το πρωινό και ήθελα να ξαναπέσω για ύπνο, τόσο φαΐ έτρωγα στο πρωινό. Τα κρεατικά δε μου άρεσαν καθόλου (ειδικά τα haggis, τα οποία ο κουτός κάζεν επέμενε ότι ήταν είδος ψωμιού. Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, κρέας βρωμάει – όοοοοχι αυτός, ψωμί είναι και ξέρω. Ρωτάμε τη σερβιτόρα, κρέας λέει και μάλιστα εντόσθια ψημένα στο αίμα τους. Μπλιαχ. Μόκο ο κάζεν. Γειά σου ρε ξάδερφε γευσιγνώστη!
Συμβουλή: μην τρώτε φασόλια για πρωινό γιατί θα το μετανιώσετε. Ή μάλλον όχι εσείς, αλλά οι άλλοι. Μιλάμε για πολλά κιλοβρώμ. Το μόνο καλό ήταν ότι η μοτοσυκλέτα πήγαινε γρηγορότερα λόγω των αερίων. Σαν μετάκαυση ένα πράμα…
Ανακάλυψα όμως το πόριτζ! Σπουδαία τροφή. Βρώμη χυλωμένη σε ζεστό γάλα ή νερό φτιαγμένο εκείνη τη στιγμή, έβαζες και λίγο μελάκι και κανέλα… Μιαμ μιαμ, νόστιμο που είναι το παντέρημο. Ανάθεμά το, δε με νοιάζει να βρω τη συνταγή στο γόγλη να το φτιάχνω κι εγώ, τόσο πολύ μου άρεσε. Αν ρωτήσετε βέβαια το Δάσκαλο που είναι της υγιεινής διατροφής θα σας πει ότι είναι μαλακία γιατί έχει γλουτένη, νεκρά ένζυμα, καμία διατροφική αξία, και το χειρότερο είναι ότι έχει δίκιο. Ήταν νόστιμο όμως, χορταστικό και μακράν καλύτερο από τα κρουασάν, ντόνατς, κονσέρβες κλπ κλπ. Εκατό χρόνια θα ζήσω σας λέεεεεεωωωωω!

Ας αφήσουμε όμως το φουλ (το οποίο μάλλον δεν σημαίνει πλήρες, αλλά βλακώδες) σκότις μπρέκφαστ γιατί έχουμε και ένα τρένο να προλάβουμε. Ο σταθμός είναι γύρω στο χιλιόμετρο από το ξενοδοχείο μας, αλλά ποιος περπατάει με πλήρη εξάρτηση και πλήρες φορτίο; Ταξάκι λοιπόν και επιβίβαση στο χλιδάτο τρένο γύρω στις 9:00, με κατεύθυνση το Perth. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, η οποία κρατάει γύρω στα 50 λεπτά, παίρνουμε μια πρώτη γεύση από την μαγευτική επαρχία της Σκωτίας. Απέραντα λιβάδια απλώνονται πάνω σε μικρούς λοφίσκους, ελάχιστα σπιτάκια και χιλιάδες προβατάκια.

Στον σταθμό μας περιμένει ο Στιούαρτ, ιδιοκτήτης του Perth Motorcycles, για να μας μεταφέρει στο μαγαζί του. Καθ’ οδόν μας ενημερώνει ότι μία από τις μοτοσυκλέτες που είχαμε κλείσει, το VFR, έγινε κουτάλι από ένα συνεργάτη του. Στη θέση του όμως μας έχει ένα ολοκαίνουργο Crossrunner σε καλύτερη τιμή. Δεν μας χαλάει, το VFR ήταν ακριβό και όχι και τόσο βολικό για το είδος του ταξιδιού που θέλαμε να κάνουμε.

Τι δε μας χαλάει, ΕΥΤΥΧΩΣ να λέμε! Με το Δάσκαλο θέλαμε, ή μάλλον νομίζαμε ότι θέλαμε VFR1200, αλλά μόλις κάτσαμε πάνω σ’ ένα που είχαν εκεί έξω για service μας πέρασε η όρεξη. Μούρη πάνω, κώλος κάτω, ο πίσω κάθεται μακριά, όξω γρίπη από την παράγκα. Καλά που το στουκάρανε – και καλά έτσι μας είπαν. Να ζήσει το Crossruner! Την υγειά του νά’ χει!

Δεν ξεμπερδέψαμε όμως, έχει γίνει κακή συνεννόηση από πλευράς τους και νόμιζαν ότι θέλαμε το CBF 600 ενώ εμείς είχαμε ζητήσει το 1000. Λόγω του ότι το μικρό δεν είχε βαλίτσες και το μεγάλο το απολάμβανε άλλος, ο Στιούαρτ μας είχε ετοιμάσει το Deauville. Δεν κρύβω ότι το συγκεκριμένο μηχανάκι μας ξίνισε αρχικά, αλλά δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μας χαλάσει το ταξίδι. Το κουαρτέτο των μοτοσυκλετών συμπλήρωναν ένα V-Strοm 650 και ένα Versys 650.

Τα λάθη φέραν παζάρια και με 550 λίρες ελαφρύτεροι έκαστος (+500 για ασφάλεια τα οποία μας επεστράφησαν κατά την παράδοση), αρχίζουμε να φορτώνουμε τις μοτοσυκλέτες μας. Επιλέγω το V-Strom καθώς είναι το μόνο στο οποίο μπορώ να προσαρμόσω εύκολα το navigator. Ο Μανώλης με την Κούλα παίρνουν το Deauville, ο Μήτσος με την Γιάννα το Versys και ο Κωστής με τον Ιάκωβο το Crossrunner (το καλύτερο πήραμε Δάσκαλε έτσι;). Έτσι κι αλλιώς είχαμε συμφωνήσει ότι θα αλλάζαμε μοτοσυκλέτες στην πορεία. Να σημειωθεί ότι όλες ήταν ολοκαίνουργιες (το V-Strom είχε τα περισσότερα μίλια, 3500!) και είχαν αρκετά extra πάνω τους: τριβάλιτσα, όλες εκτός το Versys που είχε μόνο πλαϊνές, ψηλές ζελατίνες, χούφτες (Versys και V-Strom) και θερμαινόμενα γκριπ στο V-Strom τα οποία και εκτίμησα ιδιαίτερα.
Το ρολόι έδειχνε 11:00 και εμείς είμαστε πανέτοιμοι για αναχώρηση. Έχουμε μπροστά μας μια πολύ χαλαρή μέρα καθώς υπολογίζαμε ότι θα ξεμπερδεύαμε πολύ αργότερα με την χαρτούρα ενοικίασης των μοτοσυκλετών. Ήταν όμως όλα πολύ απλά και σύντομα.

Ήρθε η ώρα να οδηγήσουμε και εμείς στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Στο πρώτο ράουντ αμπάουτ τα καταφέρνω να μπω και να βγω σωστά. Πανηγυρίζω μέσα από το κράνος σαν μικρό παιδί (ε όχι και σαν μικρό παιδί ρε θείο. Φαντάρος έχεις πάει τουλάχιστον; Δοντάκια έχεις βγάλει;).
Διορθώνω γιατί δεν ξεμπερδεύω με τον κύριο “δεν αφήνω τίποτα να πέσει κάτω”. Πανηγυρίζω λοιπόν μέσα από το κράνος σαν γέρος φαφούτης με μασελάκι ντόλτσε καμπάνα. Εντάξει τώρα γερομπισμπίκη; (πολύ καλύτερα θείο, μπήκαν τα πράγματα στη θέση τους).
Μετά τη σύντομη λογομαχία, επιστρέφουμε στο θέμα μας. Οι πρώτες αλλαγές πορείας γίνονται με προσοχή, αλλά σύντομα το συνηθίζουμε και δεν μας απασχολεί πια. Η μέρα είναι ηλιόλουστη -πράγμα σπάνιο για την Σκωτία- και εμείς κατευθυνόμαστε βόρεια ακολουθώντας τον κεντρικό δρόμο Α9 για περίπου 80 χιλιόμετρα, πριν μπούμε σε επαρχιακό δίκτυο προς την λίμνη Laggan.
Η οδηγική απόλαυση αρχίζει. Ο δρόμος έχει σταματήσει πια να “κόβει” ότι βρίσκεται μπροστά του, και ακολουθεί την μορφολογία του εδάφους. Ανεβοκατεβαίνουμε μικρούς λοφίσκους σα να βρισκόμαστε σε ένα υπέροχο λούνα πάρκ για να βρεθούμε δίπλα στη λίμνη όπου και πραγματοποιούμε την πρώτη μας στάση.

Ανταλλάσσουμε τις πρώτες μας Σκωτσέζικες εντυπώσεις και συνεχίζουμε να κινούμαστε παραλίμνια κάνοντας ακόμα μια στάση στο ομώνυμο φράγμα.

Το εντυπωσιακό φράγμα κατασκευάστηκε το 1934 και έχει πλάτος 270 μέτρα και ύψος 52 και είναι μέρος ενός υδροηλεκτρικού σχεδίου της περιοχής. Το νερό του φράγματος μεταφέρεται με υπόγειους σωλήνες 30 χιλιομέτρων σε ένα σταθμό που βρίσκεται στο Fort William.

Αναχωρούμε από το φράγμα για να βρεθούμε σύντομα δίπλα από το Commando Memorial το οποίο είναι αφιερωμένο στους κομάντο που έπεσαν θύματα κατά την διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.

Το μνημείο έχει απίθανη θέα προς τις γύρω περιοχές, η οποία μας μαγνητίζει για αρκετή ώρα. Παρόλο που όλα κυλούν γύρω μας ευχάριστα, οι δείκτες του ρολογιού μοιάζουν να είναι κολλημένοι. Επιλέγουμε να κατευθύνουμε προς το κάστρο Urquhart, στις όχθες του Λόχ Nες, για να ξεφορτώσουμε λίγο το αυριανό πρόγραμμα.

Η διαδρομή μαγική και χωρίς κίνηση, παρόλο που όλοι οι τουριστικοί οδηγοί που είχα διαβάσει με συμβούλευαν να αποφύγω τη δυτική πλευρά της λίμνης. Σε σύντομο χρόνο βρισκόμαστε στην είσοδο του κάστρου το οποίο όμως δεν μας γεμίζει το μάτι. Μοιάζει με τουριστική παγίδα καθώς τα πάντα είναι επιμελώς κρυμμένα πίσω από φράχτες με πλούσια βλάστηση.
Αυτοί οι Σκωτσέζοι αξίζουν συγχαρητήρια διότι έχουν καταφέρει να κάνουν “αξιοθέατο” το σχεδόν τίποτα, και μάλιστα βγάζουν πολλά χρήματα απ’ αυτό. Όπου υπάρχει μισογκρεμισμένη υποψία κάστρου του δίνουν ένα εντυπωσιακό όνομα, δίνουν στόμφο και έμφαση στην ιστορική ή μη ιδιοκτήτρια οικογένεια, του φτιάχνουν κάτι ολοκαίνουργιες αναπαλαιώσεις κουζινών με ψεύτικα σαλάμια και ποντίκια και χρεώνουν πάνω από δέκα λίρες γι’ αυτό. Αν αυτός ο πανέξυπνος λαός αναλάμβανε το μάνατζμεντ από τα σχεδόν αναξιοποίητα διαμάντια μας (βλέπε Φαιστό και εκατοντάδες αρχαιολογικούς χώρους-χωράφια όπως τα Αρχαία Φαλάσερνα και άλλα) θα μας είχαν αναδείξει εύκολα σαν τουριστικότερη χώρα της Ευρώπης. Πλέρωνε τώρα την έκτακτη εισφορά σου και μουρμού.

Κλικ για μεγέθυνση...

Βρίσκουμε ένα ξέφωτο, τραβάμε μερικές φωτογραφίες και επιστρέφουμε από την ίδια διαδρομή στο Fort Augustus για να χαζέψουμε το Caledonian Canal.

Το κανάλι έχει μήκος 100 χιλιόμετρα, σκίζοντας τη Σκωτία στα δύο, ενώνοντας το Inverness με το Fort William. Μόνο το ⅓ από αυτό είναι τεχνητό καθώς τα υπόλοιπα ⅔ αποτελούνται από τέσσερις λίμνες, τις Dochfour, Ness, Oich και Lochy. Το κανάλι διαθέτει 29 υδατοφράκτες (locks), οι οποίοι ανεβοκατεβάζουν τα σκάφη στα διαφορετικά επίπεδα των υδάτων (μία μικρογραφία του καναλιού του Παναμά για να γίνω πιο κατανοητός).

Αν δεν ξέρεις τι είναι η διώρυγα του Παναμά είσαι ντιπ για ντιπ ντουντούκος. Άνοιξε ένα γκούγκλη και διάβασε ρε ξύλο απελέκητο. Α μα πια, δεν θα στα εξηγούμε και όλα. Συνεχίστε παρακαλώ κύριε καθηγητά…

Στεκόμαστε τυχεροί και την ώρα που φτάνουμε δύο πλοιάρια μπαίνουν στο πρώτο επίπεδο. Τα σκάφη δένονται και οι υδατοφράχτες ανοίγουν, εξισορροπώντας τα δύο υδάτινα επίπεδα. Τα πλοιάρια αλλάζουν επίπεδο και η διαδικασία συνεχίζεται μέχρι να κατέβουν και τα 4 επίπεδα που διαθέτει το συγκεκριμένο κανάλι.

Φτάνοντας στο τελευταίο επίπεδο η οδική γέφυρα ανοίγει, τα πλοιάρια ξεχύνονται στη λίμνη και εμείς οδηγούμαστε στο παραπλήσιο Loch Inn για να σβήσουμε την πείνα μας. Ανοίγω μικρή παρένθεση για να αναφερθώ στο Σκωτσέζικο φαγητό. Και λέω μικρή γιατί το παραδοσιακό τους φαγητό αποτελείται από ελάχιστα πιάτα. Διεθνής κουζίνα είναι αδύνατο να βρεις σε κωμοπόλεις άρα έχεις τις εξής επιλογές: Φις εν τσίπς με λάδι από τουλάχιστον 2 χωριάτικες (πολύ λάδι ρε μάγκες, σούρωνε δυο δάχτυλα στον πάτο του πιάτου κι ο Θεός ξέρει τι λάδι ήταν – μιλάμε τίγκα στα trans λιπαρά), σολομό ή πέστροφα (ωραίος μεν, αλλά θες ένα κοπάδι για να χορτάσεις τους λυσσασμένους μοτοσυκλετιστές) (σημείωση: εκτός από τον Δάσκαλο που μ’ ένα μήλο και μια χούφτα αμύγδαλα τη βγάζει όλη τη βδομάδα, ναι μα την Παναγία τη Σουμελά), και ένα γεμιστό κοτόπουλο το οποίο δεν με ενθουσίασε ιδιαίτερα. Κατ’ εμάς, η χειρότερη κουζίνα από οποιαδήποτε χώρα έχουμε επισκεφτεί. Πριν κλείσω παρένθεση να αναφέρω ότι οι τιμές του φαγητού είναι περίπου στα επίπεδα της Ελλάδας.

Ξανά λοιπόν στο δρόμο για να διανύσουμε τα λίγα χιλιόμετρα που μας χωρίζουν από το Foyers, το σημερινό τελικό μας προορισμό. Μπαίνουμε για πρώτη φορά σε δρόμο με μια λωρίδα κυκλοφορίας και ανοίγματα (passing places) που χρησιμοποιούνται για προσπεράσεις ή για να μπορούν να περνάνε τα αντιθέτως διερχόμενα οχήματα.

Οι εναλλαγές του τοπίου στον έρημο δρόμο είναι μοναδικές. Τη μία στιγμή κινούμαστε ανάμεσα σε μικρούς λοφίσκους οι οποίοι καλύπτονται από βλάστηση η οποία δεν ξεπερνάει τα 10 εκατοστά και την αμέσως επόμενη μέσα σε πυκνό δάσος όπου οι ακτίνες του ήλιου δύσκολα βρίσκουν χαραμάδα για να ακουμπήσουν τη γη.

Συνεπαρμένοι από τη μαγεία της διαδρομής, φτάνουμε χωρίς να το καταλάβουμε στο Foyers House, ένα αγρόκτημα με μαγευτική θέα προς τη λίμνη Νες (Loch Ness, όπου loch σημαίνει λίμνη). Τακτοποιούμαστε γρήγορα στα πανέμορφα δωμάτια και ξεκινάμε για να δούμε το μοναδικό αξιοθέατο της περιοχής, τους ομώνυμους καταρράκτες.

Κατηφορίζουμε για αρκετή ώρα το προσεγμένο και έρημο μονοπάτι ακούγοντας στο βάθος τον ήχο των νερών. Στα δέντρα κρέμονται ταΐστρες για σκιουράκια, ενώ διάφορες πινακίδες μας ενημερώνουν για τη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής. Ο εντυπωσιακός καταρράκτης εν τέλει προβάλει μπροστά μας.

Μερικές δεκάδες φωτογραφίες αργότερα συνεχίζουμε το περπάτημα μέσα στο δάσος για να βρεθούμε μετά από αρκετή ώρα δίπλα στην λίμνη Νες .



Παρένθεση νούμερο 4711… Στην πρώτη σελίδα του Lonely Planet αναφερόταν ότι όσο μαγική είναι η Σκωτία, τόσο εύκολα μπορεί να καταστρέψουν την εικόνα της τα μίτζις (Φίτζις όπως τα ονόμασε ο Δάσκαλος). Και τι είναι αυτά τα μίτζις; Κουνούπια που επιτίθενται σε σμήνη και σου πίνουν το αίμα με το καλαμάκι. Και θα μου πείτε, καλά αντικουνουπικό δεν πήρατε; Ο “μοναχικός κόσμος” και πάλι αναφέρει ότι δεν υπάρχει κανένα δραστικό αντικουνουπικό εκτός από ένα (Deet) το οποίο βρωμάει τόσο πολύ που δεν σε πλησιάζει ούτε η σκιά σου. Ψάξαμε ανεπιτυχώς να το βρούμε στην Γλασκώβη και όσους ντόπιους και αν ρωτήσαμε όλοι μας λέγαν ότι δεν γλιτώνουμε με τίποτα. Στο ξενοδοχείο δε, μας έδωσαν κάτι χημικά που δεν τολμήσαμε να αλείψουμε στο δέρμα μας. Η άτακτη επίθεση που δεχτήκαμε με το που φτάσαμε στην λίμνη, μας έκανε να πιστέψουμε ότι τα Φίτζις μάλλον είναι το τέρας του Λοχ Νες.

ΥΓ1: Για την παραπάνω φωτογραφία της λίμνης θα πρέπει να κολλήσω τουλάχιστον 100 βαρέα ανθυγιεινά ένσημα στο βιβλιάριο ασθενείας μου.
ΥΓ2: Η ώρα που τράβηξα την παραπάνω φωτογραφία είναι περασμένες 21:00….

Τι ωραία που περάσαμε εκείνο το απόγευμα! Μαγικές ώρες από νωρίς μέχρι αργά. Μετά τη λίμνη η παρέα χωρίστηκε σ’ αυτούς που ήθελαν να γυρίσουν από τον εύκολο δρόμο (Στέλιος και Μήτσος με σάρακες) και στους άλλους που ξέρουν ότι ο δύσκολος δρόμος είναι αυτός που οδηγεί στην αρετή (Κάζεν με υποψήφια κάζεν και Δάσκαλος με Παραγιό- εμένα δηλαδή). Ο “δύσκολος δρόμος” ήταν μακρύς αλλά σχετικά εύκολος. Περνούσε μέσα από ένα δάσος δίπλα στη λίμνη, ένα εγκαταλειμμένο ιχθυοτροφείο, ένα παλιό εργοστάσιο. Μετά χανόταν σ΄ ένα δύσβατο μονοπάτι μέσα σε μια ζούγκλα! Αλήθεια σας λέω.

Φοβερό τοπίο, απίστευτη βλάστηση και τρελά γέλια από το Μανωλιό που κορόιδευε την Κούλα που φοβόταν – με το δίκιο της βέβαια γιατί τα κλαδιά μας σκέπαζαν τελείως. Έπρεπε να κρατούσε το γιγάντιο γιαταγάνι που είχε πάρει από το χωριό Γιαταγάν της Τουρκίας πρόπερσι αλλά που να ήξερε. Να σημειωθεί ότι τα μικροσκοπικά μονοπάτια ήταν χαρτογραφημένα ΤΕΛΕΙΑ σ’ έναν ερασιτεχνικό χάρτη φτιαγμένο από κάποιον μερακλή σε απλή ασπρόμαυρη εκτύπωση Α4, η οποία βρισκόταν στον εξωτερικό τοίχο ενός ξύλινου σπιτιού και αν ήθελες άφηνες είκοσι πένες ως αντίτιμο. Μπράβο στην παιχτούρα που τον έφτιαξε.

Όταν γυρίσαμε στο ξενοδοχείο διαπιστώσαμε ότι οι υπόλοιποι δεν είχαν γυρίσει ακόμα. Ο εύκολος δρόμος τελικά δεν υπήρχε – έπρεπε να επιστρέψουν από τις ανηφοροκατηφόρες που είχαμε πάει. Τρελή ταλαιπώρια! Το πολύ όμορφο ξενοδοχείο μας – στην πραγματικότητα bed & breakfast: λίγα, πολύ περιποιημένα κουκλίστικα δωμάτια με ένα πανέμορφο δωμάτιο για σερβίρισμα πρωινού/ δείπνου, διέθετε κι ένα άλλο κουκλίστικο δωμάτιο διαβάσματος/ παιχνιδιού. Είχε μεγάλους πολυτελείς δερμάτινους καναπέδες, παχύ χαλί, χαμηλό αλλά γλυκό φωτισμό, πολλά βιβλία, επιτραπέζια… Αράξαμε εκεί όλη η παρέα και στην αρχή ξεκινήσαμε χαλαρά παίζοντας ένα παιχνίδι γνώσης απ’ αυτά που κανείς δεν ξέρει καμία απάντηση και μετά έγινε το έλα να δεις! Φοβερός χαβαλές, διάφορες μουσικές από ηλεκτρονική μέχρι κρητικά, επίδειξη χορού από εμένα, γνήσιο αντίγραφο του Χοακίμ Κορτέζ, και τον Μήτσο – τύφλα νά ‘χει ο Μάικλ Τζάκσον, φτου αλάβωντά σου αγόοοοορι μουουου, χορευταρά μου! Κρίμα ρε Στέλιο που σ’ έπιασε πονοκέφαλος και τα έχασες. Ίσως αν άκουγες τις συμβουλές του Δάσκαλου και τρεφόσουν μόνο με ξυνίδες και σεληνόριζα να μη σε ξαναέπιαναν ποτές!

Δεν ήταν ο πονοκέφαλος που με έστειλε στο κρεβάτι νωρίς εκείνο το βράδυ, αλλά ο στομαχόπονος από τα φις εν τσιπς βουτηγμένα στο λάδι της ραπτομηχανής. Τα δοκίμασα, ξεράθηκα και δεν τα ξαναθέλω. Τουλάχιστον τώρα έχω άποψη: Φις εν τσιπς αρ νοτ γκουντ φορ μάι στόμαχ.

Πάμε για ύπνο τώρα γιατί αν περιμένουμε να πέσει ο ήλιος πρώτα την κάτσαμε…


« Προηγούμενη Σελίδα Επόμενη Σελίδα »
Σελίδες: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14
Μπορείτε να ακολουθήσετε τις απαντήσεις σε αυτή την καταχώρηση μέσω RSS 2.0 feed. Μπορείτε να αφήσετε μια απάντηση, ή trackback από το δικό σας site.
24 Σχόλια
  1. Pingback:Ημερολόγιο ταξιδίου σε Highlands - Ireland! - Σελίδα 60 - GS Forum

Το σχόλιο σας